Αργυρώ Στεφανάκη, η πολύαθλη…

Στα Άρθρα από taxiarhes-moschato

εις μνήμην,

Την βιογραφία της μακαρίας Αργυρώς Στεφανάκη συνέθεσε ο π. Ευάγγελος Παπανικολάου, ιερέας και ιατρός, από τις διηγήσεις που άκουγε από την ίδια,

Η μακαρία Αργυρώ Στεφανάκη (*) γεννήθηκε στις Βάσιλιες Ηρακλείου Κρήτης στις 7 Δεκεμβρίου 1924. Οι γονείς της ήταν ευλαβείς. Ζούσαν πτωχικά αλλά όχι στερημένα. Απέκτησαν πέντε παιδιά: Την Αργυρώ, τον Αριστείδη, την Ιωάννα, την Γεωργία και ένα μικρό Βενιζελάκι, που εκοιμήθη νήπιο. Η ζωή ήταν ατάραχη. Είχαν λευτερωθή από τον Τούρκο, είχαν ενωθή με την Ελλάδα.

Η Αργυρώ ήταν έξυπνη, εύστροφη, όμορφη – έφερε πάντα την μακρομαλλούσα κώμη της σε πλεξίδες –, μεγαλομάτα, ευσεβής, χαρούμενη, σεμνή, και το κυριώτερο αγαπούσε την Εκκλησία και τις Ακολουθίες. Όταν έφθασε σε ηλικία γάμου, αρραβωνιάστηκε έναν παλλήκαρο από το χωριό της.

Αμέσως μετά τον γάμο της κηρύχτηκε ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος και ο άνδρας της έφυγε νιόπαντρος για το μέτωπο. Εκείνη σαν την Αρετούσα τον περίμενε, συμμετέχουσα σε οποιαδήποτε προσπάθεια συμπαραστάσεως στο δοκιμαζόμενο γένος, με ρούχα, δέματα κλπ.

Μετά την κατάρρευση του μετώπου, τον Μάιο του ’41 επέστρεψε και ο άνδρας της στην Κρήτη. Οι Γερμανοί κατακτητές, επειδή στην Κρήτη ξεκληρίστηκαν οι αλεξιπτωτιστές τους, φέρθηκαν στο νησί και στους κατοίκους απάνθρωπα. Έκαψαν χωριά και έκαναν εκτελέσεις. Για έναν Γερμανό σκοτωμένο εκτελούσαν δέκα αθώους Έλληνες.

Σε ένα μπλόκο στην Χανιόπορτα του Ηρακλείου συνέλαβαν και τον άνδρα της Αργυρώς. Όταν δε έμαθαν ότι είχε πολεμήσει στο μέτωπο, τον αποφάσισαν για θάνατο. Τότε η Αργυρώ φόρεσε τα καλά της, πήρε καλούδια για τους άλλους κρατουμένους και σαν την Ιουδήθ πήγε στο στρατόπεδο των Γερμανών και στις φυλακές και πέτυχε με την θωριά της και τον Χριστό της να εξασφαλίση άδεια, να παρηγορήση τον άνδρα της και να μεταφέρη άπειρα μηνύματα προς τους άλλους φυλακισμένους με κίνδυνο της ζωής της.

Έφθασε η ώρα της εκτελέσεως· ήρθε το απόσπασμα. Οι στρατιώτες άλλοι είχαν σφαίρες και άλλοι όχι, ώστε το έγκλημα να είναι συλλογικό αλλά κανείς να μην ξέρη, εάν αυτός σκότωσε. Τους έστησαν στον τοίχο, ετοιμάστηκαν.

Και ξαφνικά, προβάλλει η Αργυρώ μαυρομαλλούσα, ευθυτενής, λάμπουσα με τα φορέματα του Πάσχα. Πέρασε μπροστά από τα προτεταμένα όπλα, έπιανε με το δεξί χέρι τις κάννες και τις έστρεφε προς την γη.

Έκπληκτος ο Γερμανός αξιωματικός έβλεπε το φαινόμενο. Αμέσως την κάλεσε μπροστά του. Διέκοψε την εκτέλεση.

– Ποια είσαι;

– Είμαι η γυναίκα του τάδε.

– Πάρε τον άντρα σου και φύγε.

– Όχι, λέει αυτή, όλους.

– Τον άντρα σου μόνο.

– Όχι, όλους ή να μείνη ο άντρας μου κι εγώ μαζί με όλους.

Ελύγισε το σίδηρο, ελύγισε και είπε:

– Όλοι!!!

Ούτε ευχαριστώ δεν είπε· και σχολίαζε αργότερα: «Μα τι άνθρωποι ήταν οι Γερμανοί! Την ώρα που τους σκότωναν, είχαν μεγάφωνα μέσα στο στρατόπεδο που μετέδιδε μουσική από γραμμόφωνα· αυτά τα μουσικάντικά τους, αργότερα έμαθα πως τα λέγαν βάγκνερ. Θηρία οι άνθρωποι χωρίς Θεό».

Επέστρεψαν στο σπίτι τους κι έζησαν απλά και ήσυχα. Και γέννησε η δούλη του Θεού ένα τέκνο, καρπό προσευχών. Το βάπτισαν και του έδωσαν το όνομα Γεωργία.

Για τρεις χρόνους έζησαν χωρίς πειρασμούς. Και ξαφνικά εμφανίστηκαν τα ερυθήματα και οι εκδηλώσεις της φοβερής και στ’ άκουσμα ασθένειας, της λέπρας. Φανερώθηκε η νόσος σ’ όλα τ’ αδέλφια, στην Αργυρώ, στον Αριστείδη, στην Ιωάννα και στην Γεωργία.

Σπιναλόγκα: το νησί του πόνου. Εξορία, απόρριψη, φόβος. Τους πέρασαν από την Πλάκα απέναντι στην Σπιναλόγκα. Όλοι οι ασθενείς-λεπροί δεν χαιρέτιζαν κανέναν. Αυτή ούτε τον άνδρα της χαιρέτησε, ούτε το παιδί· αλλά ένδακρυς και αρχοντικιά έλεγε “Δόξα σοι ο Θεός”.

Εσχίζοντο τα στήθη της, αλλά πήγε πέρα μαζί με όλα της τ’ αδέλφια κι άφησε πίσω άνδρα και παιδί. Δεν άρθρωσε «γιατί». Μόνο έλεγε: «Κύριε, δεν σου λέω τι να κάνης για μένα· κάνε ό,τι θέλεις. Εσύ μ’ έφερες στην ζωή, μέχρι τώρα με σκέπασες, με ευλόγησες· αξίωσέ με να δω φως παρακλήσεως».

Όταν κατέβηκαν στην προκυμαία της Σπιναλόγκας, τους υποδέχτηκαν οι άλλοι λεπροί χωρίς μύτες, με πληγές στομάτων, χεριών, με βακτηρίες, με πληγές αιμοστάζουσες και πυορροούσες.

Εκεί στο καμίνι θα δοκιμάζονταν όλα. Επιστήμες και γνώσεις, οικογενειακές σχέσεις και φιλίες, αισθήματα ανθρωπιάς και τιμής, ακόμη θα δοκιμαζόταν και η πίστη τους. Τους έδωσαν ένα δίπατο σπίτι, γιατί ήταν τέσσαρες. Η αδελφή τους η Γεωργία ήταν χειρότερα. Την έβαλαν στο επάνω δώμα, να θωρή τον ήλιο.

Η ζωή είχε οργανωθή από τους παλαιοτέρους. Είχαν κάνει έναν σύλλογο, που πρωτοστατούσε ένας άνθρωπος του Θεού, ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης. Και προπαντός υπήρχε Εκκλησία, ο άγιος Παντελεήμων. Ποιον άλλον Άγιο θα μπορούσαν να έχουν ως προστάτη τους;

Η Αργυρώ από στήθους θυμόταν το άσμα που τραγουδούσαν στην Σπιναλόγκα για τα εγκαίνια της Εκκλησίας, π’ αυτή δεν τα είχε προφτάσει.

Στα 1901 στις 3 του Ιουνίου
στην Σπιναλόγκα έγινε εγκαινισμός Αγίου τ’ αγίου Παντελεήμονα εγκαινισμός εγίνη μ’ ευλάβειαν, και με χαράν, με τάξιν και ειρήνη.  Λαμπρά επανηγύρισαν και έχαιρον από καρδίας στην Σπιναλόγκα να ιδούν να ψάλλουν Λειτουργίαν. Έχαιρον και ευφραίνοντο και εδοξολογούσαν  οι άρρωστοι οι χριστιανοί και τον Θεό υμνούσαν,  οπού μας το αξίωσεν τέτοιαν χαράν να δώμεν  στην Σπιναλόγκα Εκκλησιά και να λειτουργηθώμεν.

Η Εκκλησία είχε πολυελέους που έλαμπαν, εικόνες πανέμορφες, τέσσερις σειρές στασίδια. Αλλά η Εκκλησία είχε και παπά χρυσό στο όνομα και στο ήθος, τον παπα-Χρύσανθο. Αυτός έγινε Πνευματικός τους· ακόμα κι όταν αργότερα ήρθαν στον αντιλεπρικό Σταθμό της Αγίας Βαρβάρας στο Αιγάλεω, ο παπα-Χρύσανθος ερχόταν από την Σπιναλόγκα να τους δη. Αυτός έμεινε στο νησί άλλους 8 χρόνους χωρίς ποίμνιο ορατό, αλλά για να διαβάζη τους κεκοιμημένους εν Χριστώ.

Διηγείτο η Αργυρώ (*): «Πηγαίναμε στους Εσπερινούς, στους Όρθρους, στις Λειτουργίες, εξομολογούμασταν, κοινωνούσαμε. Μεγαλώναμε μέσα στην Εκκλησία. Πηγαίναμε συνέχεια. Την Μ. Εβδομάδα ασπρίζαμε τα γκρεμισμένα κατώφλια και τις φλοιές των παραθύρων. Στολίζαμε τον Επιτάφιο. Βάφαμε τ’ αυγά, κάναμε κουλούρια, καλιτσούνια, καίγαμε τον Ιούδα.

» Πονάγαμε με σουβλιές απίστευτες. Τρέχαμε στην πόρτα της Εκκλησίας – είχαμε κι άλλες Εκκλησίες. Πιάναμε κουβεντούλες με τους αγίους: “Άγιε Γιώργη μου, ξέρομε είσαι καλός άγιος, στρατιώτης άγιος. Βοήθα με να γλυτώσω, δεν μπορώ μπλιο από τους πόνους, θα πεθάνω, θα τρελλαθώ”.

» Και μέσα σ’ όλα αυτά κρατούσαμε νηστεία. Μ. Τεσσαρακοστή αλάδωτο όλη την εβδομάδα και μόνον Σαββατοκύριακο λάδι. Είχαμε κομποσχοίνια και ανά μία ώρα ο καθένας έκανε κομποσχοίνι υπέρ του κόσμου όλου και για να βρεθή το φάρμακο για την λέπρα.

» Η αδελφή μου η Γεωργία χαριτωμένη, καθαρή ψυχή, βάρυνε. Έκανε πυρετό 40° C. Των Βαΐων ξάπλωσε στο κρεβάτι.

» Την Μ. Παρασκευή πέρασε ο Επιτάφιος κάτω από το σπίτι μας. Πέρασε με κεριά ο παπα-Χρύσανθος και οι λωβιασμένοι, που κρατώντας τον πόνο τους, συντρόφευαν τον Χριστό. Λέμε στην αδελφή μου την Γεωργία:

– Να σε κατεβάσωμε στην πόρτα να προσκυνήσης τον Επιτάφιο; Λέγει αυτή:

– Όχι, αδέλφια μου, σήμερα δεν μπορώ· θα προσκυνήσω τον αφέντη Χριστό αύριο εγώ.

» Το βράδυ του Μ. Σαββάτου κατά τις 10:00′ η Γεωργία προσκύνησε την Ανάσταση του Χριστού. Εκοιμήθη. Την συγυρίσαμε, την στολίσαμε, κλείσαμε την πόρτα, πήγαμε στην Εκκλησία, είπαμε το “Χριστός Ανέστη”, λειτουργηθήκαμε, κοινωνήσαμε και δεν είπαμε τίποτα σε κανέναν, για να μην τους στενοχωρήσωμε στην χαρά της Αναστάσεως. Το πρωί το είπαμε. Στην “Αγάπη” την κηδεύσαμε. “Χριστός Ανέστη” λέγαμε και κλαίγαμε το 17χρονο κορίτσι μας και περιμέναμε την σειρά μας.

» Την Δευτέρα του Πάσχα κάναμε περιφορά (λιτανεία) σ’ όλο το νησί με δυσκολία, με εξαπτέρυγα, εικόνες, την Ανάσταση και τον παπά μας. Φτάναμε στο Εκκλησάκι του Άη-Γιώργη. Ψάλλαμε τον Εσπερινό, γυρίζαμε στον Άγιο Παντελεήμονα, φιλούσαμε τις εικόνες, το χέρι του παπα-Χρύσανθου και ύστερα κερνιόμασταν στο καφενείο.

» Τότε σκέφτηκα το παιδί μου. Ήξερα ότι ο άνδρας μου είχε μια θεία στο Ηράκλειο, καλή γυναίκα, που έμενε κοντά στην Χανιόπορτα. Επεθύμησα να δω το παιδί μου, να το σφίξω λίγο στην αγκαλιά μου. Κι επειδή δεν έκανε, μην το κολλήσω, έστω να το δω. Φούντωνε κάθε μέρα η επιθυμία. Έβλεπα την θάλασσα, την επιγραφή που έλεγε “όποιος μπήκε μην περιμένη να γυρίση πίσω”. Και είπα: “Θα το σκάσω, θα πάω να δω το παιδί μου”.

» Στ’ αδέλφια μου δεν είπα τίποτα. Παρατηρούσα την θάλασσα, πώς πάνε τα ρεύματα, αλλά μπάνιο δεν γνώριζα και φοβόμουν, ότι θα πνιγώ. Τότε είπα: “Θα πάω· ο Θεός και η Παναγία – μάννα είναι –, θα βοηθήσουν”. Κάνω τα ρούχα μου έναν μπόγο, τα βάζω στο κεφάλι μου. Είχα μελετήσει και την παλίρροια, ακόμα ήξερα τα αβαθή μέρη. Αγκαλιάζω ένα ντεποζιτάκι άδειο, γεμάτο αέρα. Λέω “αυτό θα με βοηθήση”· κάνω τον σταυρό μου και περνώ απέναντι. Ούτε το κατάλαβα.

» Βγαίνω, κρύβομαι, στεγνώνω και φορώ τα ρούχα μου κι αρχίζω σιγά-σιγά περπατώντας, όχι από την δημοσιά αλλά από μονοπάτια, νύχτα κυρίως, να προχωρώ προς το Ηράκλειο. Έφτασα. Κρύφτηκα από τους χωροφυλάκους, πέρασα την Χανιόπορτα. Σουρούπωνε. Πηγαίνω στο σπίτι της θείας του άνδρα μου. Κτυπώ, κανείς. Κάθομαι στα σκαλιά και αναμένω. Πρόβαλε η θεία μ’ άλλες δύο. Φορούσαν μαύρα.

– Αργυρώ, μου λένε, εσύ είσαι;

– Ναι, τους λέγω. Το παιδί;

– Αχ! καϋμένη, πέθανε και ερχόμαστε από το κοιμητήριο· αρρώστησε από πνευμονία και έφυγε. Και κλαίγαμε όλες μαζί.

» Πήγαμε στο μνήμα. Προσκύνησα και είπα: “Θεέ μου, δόξα σοι. Κάνε με ό,τι θέλεις” και κλαίγοντας πάγω στην χωροφυλακή. Τους λέγω: “Τόσκασα από την Σπιναλόγκα, ήρθα με τα πόδια αλλά δεν έχω δύναμη να ξαναγυρίσω πάλι με τα πόδια”.

» Οι άνθρωποι με έβαλαν σε αυτοκίνητο, με συνόδεψαν – ήταν ευγενείς – και με έφεραν πίσω, με έβαλαν στο καΐκι, πάω στο σπίτι μου. Κλαίμε όλοι. Δύο πεθαμένοι σ’ έναν χρόνο. Κλάψαμε, χορτάσαμε το κλάμα. Πήγαμε στην Εκκλησία μας. Ο παπα-Χρύσανθος επί σαράντα ημέρες κάθε μέρα λειτουργούσε. Για να με παρηγορήση, μας διάβαζε τα πάθη του Ιώβ και την “Θυσία του Αβραάμ” του Κορνάρου. Παρηγορηθήκαμε.

» Και τότε ήρθε καινούργιο. Ήρθε χαρτί από τον άνδρα μου για διαζύγιο. Μου έγραφε: “Αργυρώ, χωρίσαμε ζωντανοί, το παιδί μας πέθανε. Εσύ εκεί μπήκες και εγώ εδώ, γάμος δεν είναι, δος μου το διαζύγιο να προχωρήσω την ζωή μου”.

» Δόξα σοι ο Θεός, τρίτος θάνατος. “Ναι, άνδρα μου, να σε λευτερώσω· με την ευχή του Χριστού και της Παναγίας να βρης άλλη, να αναπαυθής από τους κόπους σου. Ναι, άνδρα μου, στείλε το χαρτί που θέλεις να υπογράψω”. Και το πήρε το διαζύγιο.

» Έμαθα την ημέρα του γάμου. Δεν άντεχα. Ξανά κάνω τον δρόμο που ήξερα. Ξανά μπόγο τα ρούχα, ξανά το ντεπόζιτο, ξανά η θάλασσα, ξανά το νυχτοπερπάτημα. Φθάνω στο χωριό. Κρύβομαι, ακούω τον γάμο. Το πρωί την Δευτέρα ώρα 12:00′ πηγαίνω στο σπίτι μου – που πλέον δεν είναι σπίτι μου – και κτυπώ την πόρτα. Ανοίγει μια όμορφη καλή γυναίκα. Με ρωτά:

– Τι θέλετε;

– Είμαι η Αργυρώ, λέγω. Κόκκαλο αυτή.

– Μην φοβάσαι, της λέω, ήρθα να σου πω κάτι. Αυτός, που τον παντρεύτηκες είναι καλός άνθρωπος και να τον αγαπάς και πάρε και αυτό. Και μην πης σε κανέναν τίποτα.

» Και έδωσα έναν φάκελλο με τις οικονομίες μου, δώρο για τον γάμο. Φιληθήκαμε. Πέρασα και από τους τάφους των γονιών μου και γύρισα στην Σπιναλόγκα».

Η Ιωάννα, η αδελφή της Αργυρώς, αγάπησε ένα παλληκάρι ασθενή στην Σπιναλόγκα και παντρεύτηκαν. Γέννησαν 4 παιδιά, τον Βενιζέλο, τον Δημήτρη, την Γεωργία και την μοναχή Γαβριηλία. Ο Βενιζέλος βαπτίσθηκε στην Σπιναλόγκα, στον Άγιο Παντελεήμονα από τον π. Χρύσανθο το 1951.

Το 1957 ήδη είχε βρεθή το φάρμακο από τον Χάνσεν. Η Δαψώνη. Ήρθε στην Σπιναλόγκα. Αρχικά την δοκίμασαν οι πιο βαρειά ασθενείς και καλυτέρευσαν. Μετά όλοι βέβαια οι ασθενείς έπαιρναν το φάρμακο.

Δεν γίνονταν τελείως καλά, αλλά όπου σε εύρισκε η θεραπεία εκεί σε άφηνε. Οι πληγές έκλειναν, αλλά οι ουλές και οι παραμορφώσεις και οι αναισθησίες των νεύρων έμεναν. Έτσι οι μύτες έλειπαν, τα χέρια ήταν παράλυτα, η παραμόρφωση του προσώπου παρέμεινε και η δυσκινησία ήταν φοβερή.

Η Σπιναλόγκα έκλεισε, καθώς και το λεπροκομείο της Χίου, που ήταν προστάτης ο άγιος Άνθιμος. Όλοι ήρθαν στον αντιλεπρικό Σταθμό της Αγίας Βαρβάρας στο Αιγάλεω. Η ζωή τους τώρα άλλαξε. Έγκλειστοι ήταν βέβαια, αλλά γνώριζαν οι ίδιοι ότι ήταν υγιείς από την νόσο και κυρίως ότι δεν μετέδιδαν την νόσο.

Οι πιο δυσκολεμένοι σωματικά έμεναν σε ένα μεγάλο κτίριο, που το έλεγαν αναρρωτήριο. Οι άλλοι οι πιο υγιείς, όπως ήταν η Αργυρώ, ο Αριστείδης, ο κ. Χαράλαμπος, έμεναν σε μικρά σπιτάκια. Κανονικά ασκητήρια, που θύμιζαν Σκήτη. Δωμάτια 4Χ3 μέτρων, κεραμιδοσκέπαστα, παράθυρα ταπεινά, τουαλέτα εξωτερική, τσιμέντο για δάπεδο, δύο κρεβάτια, ένα τραπέζι και σχεδόν πάντα μία βιβλιοθήκη.

Ναι, βιβλιοθήκη. Ήμουν 12 χρόνων, όταν πρωτοεπισκέφτηκα την Αργυρώ. Κοίταζα τα βιβλία. Διάβαζα τους τίτλους των βιβλίων. Ευεργετινός, Αμαρτωλών σωτηρία, Συναξαριστής των 12 μηνών, το Πεντηκοστάριον, Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών, Αόρατος πόλεμος, Ερωτόκριτος, Ιλιάδα, Οδύσσεια!!!

Εκεί συνέχιζαν πια τον πνευματικό αγώνα τους, ελεημένοι από τον Θεό για την νόσο τους. Γύρω δένδρα, κήποι, λουλούδια και γύρω απ’ αυτά ένας μεγάλος μανδρότοιχος, που προστάτευε τους έξω, από τους αγίους μέσα.

Τότε το 1958 ήρθε και ο άγιος Νικηφόρος, σταλμένος από τον άγιον Άνθιμο της Χίου. Εκείνος, επειδή η ασθένεια τον είχε πια ταλαιπωρήσει, είχε τυφλωθή, ήταν ανάπηρος. Του έδωσαν έναν χώρο κοντά στην Εκκλησία. Δίπλα του ήταν ένας συνεταιρισμός, που είχε μπακάλικο, απ’ όπου ψώνιζαν οι ασθενείς. Εκεί ήταν ένα τολλ στρατιωτικό σε σχήμα σταυρού. Εκεί έμενε ο άγιος Νικηφόρος, για να μπορή εύκολα να πηγαίνη στον Ναό των Αγίων Αναργύρων.

Το 1958 είχε έρθει στο Νοσοκομείο της Αγίας Βαρβάρας ο μοναχός Σωφρόνιος. Ο π. Σωφρόνιος, ήταν μοναχός από την Νότιο Κρήτη. Ενώ ήταν μοναχός, τον πήραν στρατιώτη με διάταγμα της τότε κυβερνήσεως, γιατί λόγω του αδελφοκτόνου πολέμου είχαν χαθή πολλοί άνθρωποι και το άνομο κράτος στράφηκε στα Μοναστήρια και άρπαξε νέους μοναχούς και δοκίμους, τους ξύρισε και τους έστειλε να υπηρετήσουν.

Ο π. Σωφρόνιος, ενώ υπηρετούσε στην Θεσσαλονίκη ασθένησε, διαγνώστηκε το νόσημα της λέπρας και ήλθε στον αντιλεπρικό Σταθμό της Αγίας Βαρβάρας. Τώρα πια ήταν μία αδελφότητα, ο π. Νικηφόρος, ο π. Σωφρόνιος, η μοναχή Φιλοθέη από τα Χανιά, η Μαριάμ, η Χαριτίνη η Μυτιληναία.

Η Εκκλησία, οι Άγιοι Ανάργυροι, ήταν το Κυριακό της Σκήτεως. Ακολουθίες μοναστηριακές τελούνταν ανελλιπώς. Η Αργυρώ, η Ντίνα και η Φωφώ διακονούσαν, καθάριζαν την Εκκλησία, άσπριζαν, υποδέχονταν τον κόσμο με τρόπο αρχοντικό και σιωπηλές.

Ρουφούσαν την διδασκαλία του αγίου Νικηφόρου από μακρυά ιστάμενες σαν μυροφόρες και συγχρόνως έκαναν τον κανόνα τους. Και όλες εκεί νήστευαν χωρίς να παραθεωρήσουν τίποτα.

Ιερεύς πλέον ήταν ο π. Διονύσιος, νομίζω έγγαμος εκ Ζακύνθου, όχι ασθενής αλλά συγγενής ασθενούς. Είχαν μία μεγάλη μουριά έξω από την Εκκλησία κι εκεί από κάτω έβαζαν το καλοκαίρι τον άγιο Νικηφόρο και τους μιλούσε.

Έρχονταν κόσμος πολύς, χριστιανοί, που δεν φοβούνταν, ο π. Νικόδημος ο Μπιλάλης και άλλοι από την “ΖΩΗ”, που έψαχναν κάτι άλλο βαθύτερο και που τους συγκινούσε ο αγώνας των ασθενών. Εδώ έρχονταν να παρηγορηθούν από τους ασθενείς, από τα συντρίμματα, από τα σπασμένα καλάμια, που γινόντουσαν φόρμιγκες του Θεού.

Το κύριο έργο της Αργυρώς ήταν η συμπαράσταση σε όλους τους αναγκεμένους. Ψυχορραγούσε κάποιος, η Αργυρώ, η Ντίνα και ο π. Σωφρόνιος χώριζαν το εικοσιτετράωρο σε οκτάωρα. Παραστέκονταν στον ετοιμοθάνατο, του διάβαζαν Ακολουθίες ή ησύχως παρέμεναν για να μην πεθάνη μόνος. Και μετά τον έπλεναν, τον έντυναν και διάβαζαν το Ψαλτήρι με τον π. Σωφρόνιο να πρωτοστατή.

Άλλο έργο είχαν την ευποιΐα (βοήθεια) εκατοντάδων. Πτωχοί κατέφευγαν σ’ αυτούς και αυτοί προσέφερον ο,τι είχαν: τρόφιμα, χρήματα κλπ. Ό,τι τους πήγαιναν, τα μοίραζαν.

Είχαν μία σύνταξη από το Ελληνικό Δημόσιο σαν βοήθημα, μερικοί εργάζοντο κιόλας. Οι τρεις, η Αργυρώ, η Ντίνα και ο Αριστείδης είχαν κάνει μία συμφωνία. Θα ζούσαν με την μία σύνταξη και τις δύο άλλες θα τις μοίραζαν, όπου υπήρχε ανάγκη.

Το γνωρίζω καλά, γιατί εγώ από ηλικία 13 ετών τους έγραφα τις επιταγές κάθε μήνα, ως και τα γράμματα που τους έστελναν για να τους παρηγορήσουν και τα ταχυδρομούσα.

Και το κυριώτερο έρχονταν φτωχοί απ’ έξω από την μάνδρα του νοσοκομείου. Αυτοί έφτειαχναν τσάντες με τρόφιμα. Και βάζαμε μία σκάλα στον τοίχο κι από εκεί ανεβαίναμε κι οι φτωχοί του Χριστού από κάτω έπαιρναν τις τσάντες. Ό,τι περίσσευε κάθε μέρα το δίνανε μ’ αυτόν τον τρόπο για να μην πεταχτή τίποτα.

Όλες τις μεγάλες γιορτές ετοίμαζαν δέματα και μέσα στα δέματα έβαζαν φακελλάκια με χρήματα και με το αυτοκίνητό μου πηγαίναμε στα σπίτια των θλιμμένων και πτωχών.

Κι όλα αυτά απλά, φυσικά, χωρίς να θεωρούν ότι κάνουν κάτι σπουδαίο. Όλοι είχαν μία χαρά. Η Αργυρώ με τα παραμορφωμένα χεράκια της, με το μαντήλι πάντα στο κεφάλι, προχωρούσε πρώτη!

Την ευχή της να ‘χουμε,

Από το βιβλίο: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τ. Γ’, Άγιον Όρος 2020.

Αναδημοσίευση από www.koinoniaorthodoxias.org