Προετοιμασία για την Μεγάλη Εβδομάδα Β΄

Στα Άρθρα από taxiarhes-moschato


«Για να μετανοήσει η ψυχή, πρέπει να ξυπνήσει. Εκεί, στο ξύπνημα αυτό, γίνεται το θαύμα της μετανοίας. Κι εδώ βρίσκεται ή προαίρεση του ανθρώπου. Το ξύπνημα, όμως, δεν έγκειται μόνο στον άνθρωπο, επεμβαίνει ό Θεός. Τότε έρχεται η θεία χάρις. Χωρίς την Χάρη δεν μπορεί να μετανοήσει ό άνθρωπος. Η αγάπη του Θεού θα κάνει το παν. Μπορεί να μεταχειρισθεί κάτι, μια ασθένεια ή κάτι άλλο, εξαρτάται, για να φέρει τον άνθρωπο σε μετάνοια. Απλά και απαλά εμείς θα κάνουμε μια κίνηση προς τον Θεό κι από εκεί και πέρα έρχεται η χάρις». (Άγιος Πορφύριος)

Μια ασθένεια, μια επιδημία, μια προσωπική αποτυχία γίνεται μεγάλη ευκαιρία να μετα-νοήσω, να πάρω πάλι τα πράγματα από την αρχή. «Μετάνοια βία της φύσεως διηνεκής», λέει ο Αγ. Ιωάννης και καταλαβαίνω πως η πορεία μου προς τον Χριστό διαρκώς πρέπει να ανανεώνεται καθώς μου αποκαλύπτονται ολιγωρίες και αστοχίες, λάθος θεωρήσεις και ιδεολογήματα. Όσο οι οφθαλμοί καθαρίζουν και η τυφλότητα υποχωρεί, εννοούμε σε βάθος τι μας συμβαίνει. Ψυχικές συγκρούσεις έρχονται στην επιφάνεια, φοβίες υποχωρούν, πλάνες εξανεμίζονται, η αχαριστία αποκαλύπτεται, το θυμικό καταπραΰνεται, ο νους αποκτά διαύγεια, ο πλησίον παύει να αποτελεί απειλή.

«H μετάνοια συνήθως θεωρείται ως θλίψη για την αμαρτία, ένα αίσθημα ενοχής, μια αίσθηση στενοχώριας και τρόμου για τις πληγές που προκαλέσαμε στους άλλους και στον εαυτό μας. Μια τέτοια άποψη όμως είναι επικίνδυνα ατελής. Η στενοχώρια και ο τρόμος υπάρχουν πράγματι συχνά στην βίωση της μετάνοιας, αλλά δεν είναι ολόκληρη η μετάνοια, δεν αποτελούν καν το σπουδαιότερο τμήμα της. Όμως, μετάνοια σημαίνει «αλλαγή του νου»· όχι απλώς λύπη για το παρελθόν, αλλά μια θεμελιώδης μεταμόρφωση της όρασής μας, ένας νέος τρόπος να βλέπουμε τον εαυτό μας, τούς άλλους και τον Θεό. Η μετάνοια δεν είναι ένας παροξυσμός τύψεων και αυτολύπησης, αλλά μεταστροφή, επανατοποθέτηση του κέντρου της ζωής μας στην Αγία Τριάδα». (Επισκ. Κάλλιστος Ware)

Μετάνοια σημαίνει πως ό,τι και να εννόησα  σήμερα πρέπει να ανατραπεί για να δώσει την θέση του σε κάποια βαθύτερη κατανόηση και ούτω καθ’ εξής. Ό,τι μου αποκαλύπτει η Χάρις γίνεται με την δική μου προαίρεση, αλλά ποτέ δεν σταματά. To μυστήριο της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό δεν είναι συναλλαγή ούτε μπορεί να επιτευχθεί με θρησκευτικά «καθήκοντα» ή κανόνες. Απαιτεί κένωση κι αυτή η κένωση ποτέ δεν σταματά, απαιτείται ανατροφοδότηση της προαιρέσεως. Γι’ αυτό στα ασκητικά  κείμενα βλέπουμε να αναφέρεται διαρκώς το «κάνε αρχή μετανοίας», προτροπή που αναφέρεται σε ασκητές και αγωνιστές κι όχι χλιαρούς πιστούς.

«Εκείνος που αναστενάζει με πόνο, γιατί νοιώθει την αμαρτωλότητά του, είναι ανώτερος από εκείνον που ωφελεί όλον τον κόσμο με την διδασκαλία του και με τον βίο του. Και εκείνος που αξιώθηκε να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και να λάβει συναίσθηση της αμαρτωλής καταστάσεώς του, αυτός είναι ανώτερος από εκείνον που αξιώνεται να βλέπει ουράνιες οπτασίες και αγγέλους». (Αββάς Ισαάκ)

Η επίγνωση της πραγματικότητας είναι η βάση της θεραπείας μου. Όσο γνωρίζω τον εαυτό μου, νοιώθω την ενίσχυση του Θεού, αποκτώ ειρήνη στην ψυχή και νηφαλιότητα στον νου. Σκάβω με υπομονή και βρίσκω φλέβα χρυσού, αναζητώ και βρίσκω, νοιώθω την χάρη να με σκεπάζει και χαίρομαι, διψώ να πιώ κι άλλο το «ύδωρ το ζων», καταλαβαίνω πως αν σταματήσω να διψώ θα πεθάνω, αν μείνω στάσιμος θα χαθώ. Όπως αν σταματήσεις να αναπνέεις θα ξεψυχήσεις, έτσι κι αν σταματήσει η μετάνοια θα αποκάμεις.

«Η κίνηση προς την μετάνοια εμφανίζεται ως ανεύρεση του Θεού της αγάπης,  μας αποκαλύπτει την εικόνα του Υιού του Θεού. Σμικρυνόμαστε όταν το συνειδητοποιήσουμε, συγχρόνως δε έρχεται ό Θεός να μας αγκαλιάσει, όπως ο Πατέρας της ευαγγελικής περικοπής. Ο φόβος αποχωρεί δίνοντας την θέση του στην παρουσία του Θεού. Ο Πατέρας μάς ντύνει με πολύτιμα ρούχα, μας στολίζει με ουράνιες δωρεές, καλύ­τερη των οποίων είναι η αγάπη πού όλα τα σκεπάζει. Ο πρώτος πόνος της μετάνοιάς μας μεταβάλλεται σε χαρά και γλυκύτητα αγάπης. Τώρα η αγάπη παίρνει νέα μορφή: την ευσπλαχνία σε κάθε κτίσμα που στερείται το θείο Φως». (Άγ. Σωφρόνιος Σαχάρωφ)

Όσο αυτή η αλλιώτικη αγάπη φωτίζει την ύπαρξή μου τόσο νοιώθω ευλογημένος. Όχι, δεν μιλώ για το συναίσθημα, αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι το έχουν. Όχι, δεν μιλώ για πολιτικώς ορθή ιδεολογία, αυτή είναι εύκολη. Μιλώ για την αποδοχή κάθε πλάσματος πάνω στην γη, κάθε αμαρτωλού, κάθε ανυποψίαστου για τον Χριστό της αγάπης, για την ευλογία να «χαίρω μετά χαιρόντων και να κλαίω μετά κλαιόντων». Μιλώ για την δωρεά που μου δίνεται πλουσιοπάροχα  (αλλά εγώ είμαι μίζερος και δεν μπορώ να την απορροφήσω ολάκερη) να μαθαίνω να αγαπώ τον εαυτό μου παρ’ όλη την ανοησία μου. Όσο μετανοώ και μαθαίνω συγχωρώ τους άλλους, χωράω τον εαυτό μου και νοώ πως τυφλός είμαι και σιγά-σιγά βλέπω, παράλυτος και σιγά-σιγά περπατώ.

π. Χριστόδουλος Μπίθας