ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ Ι. ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Στα Πρόγραμμα από taxiarhes-moschato


Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

Ἀρχιμ. Βασίλειος, πρώην ἡγούμενος Ἱ. Μ. Ἰβήρων Ἁγ. Ὄρους

Ὁ πα­τέ­ρας τῆς πα­ρα­βο­λῆς ξέ­ρει πό­τε νά μι­λᾶ καί πό­τε ὄ­χι. Πό­τε μοι­ρά­ζει τήν πε­ρι­ου­σί­α ὁ­λό­κλη­ρη, χω­ρίς νά πεῖ λέ­ξη. Πό­τε καί ποι­όν γιό του ἀ­σπά­ζε­ται, χω­ρίς ἄλ­λα σχό­λια. Πό­τε καί ποι­όν γιό του δέν ἀ­σπά­ζε­ται, ἀλ­λά τόν πα­ρα­κα­λεῖ καί τόν συμ­βου­λεύ­ει, πα­τρι­κά καί βρα­χύ­λο­γα. Δέν χρει­ά­ζον­ται πολ­λά λό­για καί ἐ­πε­ξη­γή­σεις. Ἀ­παι­τεῖ­ται χρό­νος, προ­σω­πι­κή αὐ­το­πα­ρα­κο­λού­θη­ση καί δο­κι­μα­σί­α, γιά νά κα­τα­λά­βου­με – ἄν κα­τα­λά­βουμε – πε­ρί τί­νος πρό­κει­ται. Ἔ­χει ση­μα­σί­α λοι­πόν νά ξέ­ρει κα­νείς πό­τε θά πεῖ σέ κά­ποι­ον κά­τι. Καί μέ­χρι πού θά προ­χώ­ρη­σει.

Δέν ρω­τᾶ τόν νε­ώ­τε­ρο γιό του τί σκέ­φτε­ται νά κά­μει καί πό­τε. Γι’ αὐ­τό, τόν ἀ­φή­νει ἐ­λεύ­θε­ρο νά μεί­νει στό σπί­τι ὅ­σες μέ­ρες θέ­λει με­τά τή μοι­ρα­σιά τῆς πε­ρι­ου­σί­ας (αὐ­τός φεύ­γει «με­τ’ οὐ πολ­λάς ἡ­μέ­ρας»). Οὔ­τε τόν ­ρω­τᾶ πού θά πά­ει· ἄν σκέ­φτε­ται νά πά­ει κον­τά ἤ μα­κριά («εἰς χώραν μα­κράν), ἤ ἄν θά πά­ρει ὅ­λα τά πράγ­μα­τά του ἤ τά μι­σά («συ­να­γα­γῶν ἅ­παν­τα ὁ νε­ώ­τε­ρος υἱ­ός ἀ­πε­δή­μη­σεν»).

Οὔ­τε τόν πρε­σβύ­τε­ρο υἱ­ό ρώ­τη­σε τί ἀ­πο­φα­σί­ζει, ἀ­φοῦ ἄ­κου­σε ὅ­σα τοῦ εἶ­πε ἡ πα­τρι­κή του ἀ­γά­πη. Τόν ἀ­φή­νει ἐ­λεύ­θε­ρο νά ἀ­πο­φα­σί­σει, ὅ­ταν καί ὅ­πως θέ­λει. Ἀ­φή­νει τό θέ­μα ἀ­νοι­χτό. Ἁ­πλῶς πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στό νά τοῦ πεῖ τί ἔ­πρε­πε νά κά­μει: «Εὐ­φραν­θῆ­ναι καί χα­ρῆ­ναι ἔ­δει, ὅ­τι ὁ ἀ­δελ­φός σου οὗ­τος νε­κρός ἤν καί ἀ­νέ­ζη­σε, καί ἀ­πο­λω­λῶς ἤν καί εὑ­ρέ­θη». Καί ἡ πα­ρά­κλη­ση, ἡ προ­τρο­πή τοῦ πα­τέ­ρα, μέ­νει ἀ­να­πάν­τη­τη, τό τέ­λος ἄ­γνω­στο. Κό­βε­ται ἡ συ­ζή­τη­ση ἀ­πό­το­μα, στα­μα­τᾶ, μέ­νει ἀ­κέ­φα­λη. Για­τί δέν τε­λει­ώ­νει; Ἔ­τσι γί­νε­ται. Δέν βρί­σκε­ται τέ­λος μέ συ­ζη­τή­σεις στά θέ­μα­τα αὐ­τά καί μέ ἀν­θρώ­πους πού βρί­σκον­ται σ’ αὐ­τή τήν κα­τά­στα­ση. Ἄλ­λω­στε οὔ­τε καί τό πρό­βλη­μα, ἡ ἀρ­ρώ­στια τοῦ νε­ω­τέ­ρου, τα­κτο­ποι­ή­θη­κε μέ συ­ζη­τή­σεις ἄλ­λα μέ μί­α φαι­νο­με­νι­κή ἐγ­κα­τά­λει­ψη, ἄ­φε­ση στό νά μά­θει διά τοῦ πά­θους του.

Ἔ­τσι εἶ­ναι. Μό­νον ὁ Θε­ός νά κά­μει τό θαῦ­μα Του.

Κου­βέν­τες καί προ­τρο­πές δέν φέρ­νουν κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα σέ ἀν­θρώ­πους πού ἔ­χουν κα­τα­πι­εῖ τό μῖ­σος, τήν λο­γι­κή τῆς αὐ­το­δι­και­ώ­σε­ως, τῆς κα­τα­δί­κης ὅ­λων τῶν ἄλ­λων. Μπο­ροῦν νά σοῦ ἀ­ρα­διά­σουν ἀ­τέ­λει­ω­τα σέ στιγ­μή χρό­νου· νά συσ­σω­ρεύ­ουν ἀ­να­ρίθ­μη­τες δι­κές τους ἀ­ρε­τές καί ἐγ­κλή­μα­τα τῶν ἄλ­λων. Ὅ­σα δέν ἐ­λέ­χθη­σαν -καί δέν λέ­γον­ται- μπο­ροῦν νά τά ἐκ­στο­μί­σουν, γιά νά ἐ­ξον­τώ­σουν τόν ἀ­δελ­φό τους καί νά δι­και­ώ­σουν τόν ἑ­αυ­τό τους. Ἄλ­λα δέν ἀλ­λά­ζουν γνώ­μη. Δέν μπο­ροῦν νά με­τα­νο­ή­σουν. Δέν ἀ­γα­ποῦν. Εἶ­ναι ξέ­νο πρός τήν φύ­ση τους. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ κό­λα­σή τους.

Αὐ­τό εἶ­ναι ἕ­νας με­γά­λος σταυ­ρός. Σοῦ ἀρ­νοῦν­ται τήν ἀ­γά­πη· εἶ­ναι κό­λα­ση γι’ αὐ­τούς. Ὑ­πο­φέ­ρουν, βα­σα­νί­ζον­ται. Ἄλ­λα πῶς μπο­ρεῖς νά τούς συμ­πα­ρα­στα­θεῖς, νά τούς συν­δρά­μεις, χω­ρίς ἀ­γά­πη; Αὐ­τοί ζη­τοῦν ὄ­χι τήν σω­τη­ρί­α, ἀλ­λά τήν κα­τα­δί­κη, τήν ἐ­ξόν­τω­ση πάν­των. Ἔ­τσι κα­τα­δι­κά­ζουν καί τόν ἑ­αυ­τό τους.

Ὁ πα­τέ­ρας πα­ρα­τρέ­χει τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τοῦ πρε­σβύ­τε­ρου γιοῦ. Δέν τοῦ κά­νει κα­μιά κρι­τι­κή. Οὔ­τε τόν ψέ­γει γιά κά­ποι­ο λά­θος του, οὔ­τε τοῦ ἀ­να­φέ­ρει κά­τι κα­λό πού ἔ­κα­με. Δέν χρει­ά­ζε­ται νά κα­θυ­στερή­σει κα­θό­λου μέ­σα στήν λο­γι­κή αὐ­τή, πού δέν ὁ­δη­γεῖ που­θε­νά ἀλ­λοῦ, ἐ­κτός ἀ­πό τό ἀ­δι­έ­ξο­δο τῆς κο­λά­σε­ως. Δέν μπο­ρεῖ κα­νείς νά τοῦ ἀρ­νη­θεῖ τήν κά­ποι­α κα­λή του προ­σπά­θεια, ἀλ­λά τό κα­κό ἦ­ταν ὅ­τι δέν εἶ­χε κα­τα­λά­βει ὅ­τι καί ὁ ἴ­διος ἦ­ταν ἄ­σω­τος, δέν ἦ­ταν μό­νον ὁ ἀ­δελ­φός του.

Ἔ­χει ἄ­με­ση σχέ­ση ἡ πα­ρα­βο­λή αὐ­τή μέ τόν Θε­ό Πα­τέ­ρα καί τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, πού χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά χω­ρί­ζε­ται σέ δυ­ό μέ­ρη, σέ δυ­ό γιούς. Ἐ­μεῖς ποῦ βρι­σκό­μα­στε; Ποι­όν ἀν­τι­προ­σω­πεύ­α­με; Δέν εἶ­ναι εὔ­κο­λο νά ποῦ­με. Εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νο βι­α­στι­κά νά ἀ­παν­τή­σουμε- αὐ­τό μας δι­δά­σκει ἡ πα­ρα­βο­λή.

Ὁ νε­ώ­τε­ρος υἱ­ός ἀ­πό τήν ἀρ­χή, πού ζή­τη­σε στα­νι­κά τό ἐ­πι­βάλ­λον μέ­ρος τῆς οὐ­σί­ας, μέ­χρις ὅ­του δα­πα­νή­σει τά πάν­τα, καί γί­νει ἰ­σχυ­ρός λι­μός σ’ ὅ­λη τήν μα­κρι­νή χώ­ρα, καί πε­θά­νει τῆς πεί­νας αὐ­τός καί οἱ πο­λί­τες τῆς χώ­ρας ἐ­κεί­νης. Μέ­χρις ὅ­του γί­νουν ὅ­λα αὐ­τά, ἦ­ταν ζα­λι­σμέ­νος, δέν ἦ­ταν στά κα­λά του, ἦ­ταν ἐ­κτός ἑ­αυ­τοῦ. Δέν μπο­ροῦ­σε νά δι­α­κρί­νει, νά κα­τα­λά­βει τί ἔ­κα­νε. Μό­νο με­τά ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά «ἦλ­θεν εἰς ἑ­αυ­τόν». Ἄ­ρα, ἄν βρι­σκώ­μα­στε στήν κα­τά­στα­σι αὐ­τή τοῦ νε­ώ­τε­ρου γιοῦ, πρίν ἔλ­θη εἰς ἑ­αυ­τόν, ση­μαί­νει ὅ­τι εἴ­μα­στε στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἐ­κτός ἑ­αυ­τῶν καί δέν ξέ­ρου­με πού βρι­σκό­μα­στε, τί μᾶς γί­νε­ται, τί ἀν­τι­προ­σω­πεύ­α­με. Ἤ καί ἄν νο­μί­ζου­με ὅ­τι ξέ­ρου­με -πού συ­νή­θως νο­μί­ζου­με- πέ­φτου­με ἔ­ξω. Καί μό­νο ἄν ἔλ­θου­με εἰς ἑ­αυ­τούς κά­πο­τε, μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ, θά ἀ­να­κα­λύ­ψουμε τήν φτώ­χεια καί τήν γυ­μνό­τη­τά μας.

Ἄλ­λα καί ὁ πρε­σβύ­τε­ρος υἱ­ός δέν εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο ἐ­κτός ἑ­αυ­τοῦ. Ἡ κα­λύ­τε­ρα, αὐ­τός δέν πα­ρου­σι­ά­ζε­ται πο­τέ στήν πα­ρα­βο­λή νά ἔρ­χε­ται εἰς ἑ­αυ­τόν, δη­λα­δή νά ἔρ­χε­ται πρός τόν Πα­τέ­ρα, νά αἰ­σθά­νε­ται καί νά ὁ­μο­λο­γεῖ μέ τήν ζω­ή καί τήν συμ­πε­ρι­φο­ρά του τήν ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­δυ­να­μί­α. Ἄλ­λα ψεύ­δε­ται καί ἀλ­λο­φρο­νεῖ: Κά­νει πει­σμα­τι­κά τό θέ­λη­μά του -«ὠρ­γί­σθη καί οὐκ ἤ­θε­λεν εἰ­σελ­θεῖν»- καί νο­μί­ζει ὅ­τι ἔ­χει ὅ­λο τό δί­κιο μέ τό μέ­ρος του. Ἐ­νῶ κρί­σις δικαί­α εἶ­ναι ἐ­κεί­νου πού δέν κά­νει τό δι­κό του θέ­λη­μα, ἀλ­λά μό­νο τό θέ­λη­μα τοῦ οὐ­ρα­νί­ου Πα­τρός.

Αὐ­το­δι­και­ώ­νε­ται μέ τά λό­για του καί ταυ­τό­χρο­να ἀ­ναι­ρεῖ­ται μέ τή δι­α­γω­γή του, ἀ­πο­δει­κνυ­ό­με­νος κε­νός οἰ­η­μα­τί­ας, ξέ­νος πρός τό ἦ­θος τοῦ οὐ­ρα­νί­ου Πα­τρός. «Το­σαύ­τα ἔ­τη δου­λεύ­ω σοι»: Ὑ­πο­λο­γί­ζει τόν χρό­νο, τήν κτί­ση, ὄ­χι τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, τήν ἄ­κτι­στη χά­ρη, πού μί­α ρο­πή κά­νει θε­ο­λό­γο τόν λη­στή πού με­τα­νο­εῖ.

Κα­τη­γο­ρεῖ τόν ἀ­δελ­φό του γιά ἀ­σω­τεί­α καί ἀν­ταρ­σί­α καί ὁ ἴ­διος δέν ὑ­πα­κού­ει στόν πα­τέ­ρα του. Ἐ­νῶ δι­α­λα­λεῖ τήν δια­ρκῶς ἄ­ψο­γη στά­ση του -«οὐ­δέ­πο­τε ἐν­το­λήν σου πα­ρῆλ­θον»- τήν ἴ­δια στιγ­μή, ὄ­χι ἐν­το­λή αὐ­στη­ρή γιά δου­λειά ἀρ­νεῖ­ται, ἀλ­λά πα­ρά­κλη­ση πα­τρι­κή γιά συμ­με­το­χή σέ οἰ­κο­γε­νεια­κή χα­ρά κα­τα­πα­τεῖ.

Ἄ­ρα, δέν εἶ­ναι εὔ­κο­λο μό­νοι μας νά ποῦ­με πού βρι­σκό­μα­στε, για­τί μπο­ρεῖ νά πέ­φτου­με ἔ­ξω, μπο­ρεῖ νά εἴ­μα­στε ἐ­κτός ἑ­αυ­τῶν καί νά μήν τό ξέ­ρω­με, νά μήν τό ἀντιλαμβανώμαστε. Τί φοβερό νά εἶσαι τόσο μακριά, ἐνῶ βρίσκεσαι μέσα στό σπίτι! Καί τό ἀκόμη φοβερότερο, νά ἐφαρμόζεις τίς ἐντολές καί νά μήν καταλήγεις στή γεύση τοῦ μόσχου τοῦ σιτευτοῦ, νά μήν γίνεσαι δαιτυμῶν λαμ­πρός τοῦ μεγάλου Συμποσίου πού προσφέρεται «ὑπέρ τῆς Οἰκουμένης».

Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο «Ἡ παραβολή τοῦ Ἀσώτου Ὑιοῦ»