Λίγα λόγια από τον Μέγα Βασίλειο…

Στα Άρθρα από taxiarhes-moschato

Α­πό τα πολ­λά πράγ­μα­τα τα ο­ποί­α δει­κνύ­ει η θε­ό­πνευ­στη Γρα­φή και τα ο­ποί­α ο­φεί­λουν να πραγ­μα­το­ποι­η­θούν α­πό τους α­πο­φα­σι­σμέ­νους να ευ­α­ρε­στή­σουν τον Θε­ό, έ­κρι­να τώ­ρα α­ναγ­καί­ο να ση­μει­ώ­σω σε σύν­το­μο υ­πό­μνη­μα μό­νο ε­κεί­να τα ο­ποί­α ε­πί του πα­ρόν­τος α­να­κι­νή­θη­καν με­τα­ξύ σας. Την για κά­θε λόγο μαρ­τυ­ρί­α την α­φή­νω να την βρουν ό­σοι α­σχο­λούν­ται με την α­νά­γνω­ση της Γρα­φής, οι ο­ποί­οι θα εί­ναι ι­κα­νοί να την υ­πεν­θυ­μί­σουν και σε άλ­λους.

Ο Χρι­στια­νός πρέ­πει να φρο­νεί ά­ξια της ε­που­ρα­νί­ου κλή­σε­ως (Ε­βρ. 3,1) και να α­κο­λου­θεί βί­ο ά­ξιο του Ευ­αγ­γε­λί­ου του Χρι­στού (Φι­λιπ. 1,27).

Δεν πρέ­πει ο Χρι­στια­νός να εί­ναι ε­πι­πό­λαι­ος (Λουκ. 12,29) και να πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό ο­τι­δή­πο­τε πέ­ρα α­πό την μνή­μη του Θε­ού και του θε­λη­μά­τός του

Ο Χρι­στια­νός δεν πρέ­πει να βλα­σφη­μεί (Τίτ. 3,2), ού­τε να βρί­ζει (Α΄ Τιμ. 1,13), ού­τε να τσα­κώ­νε­ται ἀλ­λά να εί­ναι ἤ­πιος εἶ­ναι πρὸς ό­λους, δι­δα­κτι­κός, ἀ­νε­ξί­κα­κος,  (Β΄ Τιμ. 2,24), να μην αυ­το­δι­κεί (Ρωμ. 12,19), ού­τε να α­πο­δί­δει κα­κό αν­τί κα­κού (Ρωμ. 12,17), ού­τε να ορ­γί­ζε­ται (Ματθ. 5,22).  

Πρέ­πει να μα­κρο­θυ­μεί (Ι­ακ. 5,8), ο­τι­δή­πο­τε και αν του συμ­βαί­νει και να ε­λέγ­χει τον α­δι­κούν­τα (Τίτ. 2,15) χω­ρίς πά­θος εκ­δί­κη­σης αλ­λά α­πό ε­πι­θυ­μί­α δι­όρ­θω­σης του α­δελ­φού, κα­τά την εν­το­λή του Κυ­ρί­ου (Ματθ. 18,15).   

Δεν πρέ­πει να λέ­ει κά­τι ε­ναν­τί­ον α­δελ­φού που δεν εί­ναι πα­ρών με σκο­πό να τον δι­α­βάλ­λει, πράγ­μα το ο­ποί­ο εί­ναι συ­κο­φαν­τί­α, α­κό­μη και αν εί­ναι α­λη­θι­νά τα λε­γό­με­να (Β΄ Κορ. 12,20 και Α΄ Πε­τρ. 2,1). 

Δεν πρέ­πει ο Χρι­στια­νός να μα­ται­ο­λο­γεί λέ­γον­τας κά­τι που δεν εί­ναι ω­φέ­λι­μο για τους άλ­λους ού­τε για την σχέ­ση μας με τον Θε­ό. (Ε­φεσ. 4,29). Ό­τι πρέ­πει να σκέ­πτε­ται και να ε­νερ­γεί σε ό­λα κα­τά τέ­τοι­ο τρό­πο, σαν να έ­χει πα­ρα­δο­θεί α­πό τον Θε­ό σε δου­λεί­α στους ο­μο­ψύ­χους α­δελ­φούς (Α΄ Κορ. 9,19)

Δεν πρέ­πει ο Χριστιανός να γογ­γύ­ζει (Α΄ Κορ. 10,10), ού­τε α­πό στε­νο­χώ­ρια για την έλ­λει­ψη των α­ναγ­καί­ων, ή α­πό την κό­πω­ση για την ερ­γα­σί­α, ού­τε να α­πο­μα­κρύ­νε­ται α­πό την βε­βαι­ό­τη­τα ό­τι ο Θε­ός εί­ναι πάν­το­τε πα­ρών (Ε­βρ. 4,13)

Δεν πρέ­πει να εκ­φρά­ζει τον θυ­μό του και δεν πρέ­πει να κά­νει κά­τι με πνεύ­μα φι­λο­νι­κί­ας ή έ­ρι­δας.

Δεν πρέπει ε­νερ­γεί με θρα­σύ­τη­τα και κα­τα­φρό­νη­ση (Τίτ. 3,2), αλ­λά να δει­χνει σε ό­λα και προς ό­λους την ε­πι­εί­κεια (Φι­λιπ. 4,5) και την ε­κτί­μη­ση (Ρωμ. 12,10 και Α΄ Πέ­τρ. 2,17).

Δεν πρέ­πει να ζη­τά τι­μές και να ε­πι­δι­ώ­κει πρω­τεί­α (Μαρκ. 9,35).

Ε­κεί­νος που μπο­ρεί να ερ­γα­σθεί, δεν πρέ­πει να ζει ως αρ­γό­σχο­λος (Β΄ Θεσσ. 3,10), αλ­λά α­κό­μη και ο α­σχο­λού­με­νος με κα­θή­κον που ε­πι­δι­ώ­κει τη δό­ξα του Χρι­στού πρέ­πει να κα­τα­βάλ­λει προ­σπά­θεια, ώ­στε να ε­κτε­λεί το κα­τά δύ­να­μιν έρ­γο (Α΄ Θεσσ. 4,11).

Ο Χρι­στια­νός δεν πρέ­πει να φθο­νεί την ευ­η­με­ρί­α του άλ­λου, ού­τε να χαί­ρε­ται για τα ε­λατ­τώ­μα­τα κά­ποι­ου προ­σώ­που (Α΄ Κορ. 13,6).

Πρέ­πει με α­γά­πη Χρι­στού να λυ­πά­ται μεν και να συν­τρί­βε­ται για τα ε­λατ­τώ­μα­τα του α­δελ­φού, να ευ­φραί­νε­ται δε για τα κα­τορ­θώ­μα­τα (Α΄ Κορ. 12,26).   

Δεν πρέ­πει να α­δι­α­φο­ρεί για τους α­μαρ­τά­νον­τες ή να ε­φη­συ­χά­ζει για αυ­τούς (Α΄ Τιμ. 5,20).

Ό­­ταν ε­λέγ­χει τον άλ­λον πρέ­πει να ε­λέγ­χει με κά­θε ευ­σπλα­χνί­α (Β΄ Τιμ. 4,2), με φό­βο Θε­ού και με σκο­πό να ε­πι­στρέ­ψει ο α­μαρ­τά­νων (Ι­άκ. 5,20).

Πρέ­πει ο κα­θέ­νας, ό­σο του εί­ναι δυ­να­τόν, να κα­τευ­νά­ζει ε­κεί­νον που έ­χει έ­χθρα ε­ναν­τί­ον του.  

Δεν πρέ­πει να μνη­σι­κα­κεί ε­ναν­τί­ον τού α­μαρ­τή­σαν­τος και με­τα­νο­ούν­τος, αλ­λά να τον συγ­χω­ρεί α­πό την καρ­διά του (Β΄ Κορ. 2,7).

Εκεί­νος, που λέ­ει ό­τι με­τα­νο­εί για α­μάρ­τη­μα, δεν πρέπει να λυ­πά­ται μό­νο για το α­μάρ­τη­μα, αλ­λά και να κά­νει καρ­πούς ά­ξιους της με­τα­νοί­ας (Λουκ. 3,8).

Δεν πρέ­πει να δύ­ει ο ή­λιος δίχως να έχει συγχωρέσει τον πλησίον (Ε­φεσ. 4,26), μην τυ­χόν η νύ­κτα τους φέ­ρει σε πλή­ρη δι­ά­στα­ση και α­φή­σει α­να­πό­φευ­κτη κα­τη­γο­ρί­α κα­τά την η­μέ­ρα της κρί­σε­ως.  

Δεν πρέ­πει να αναβάλλει την δι­όρ­θω­ση του εαυτού του (Ματθ. 24,44 Λουκ. 12,40), δι­ό­τι δεν εί­ναι βέ­βαι­ος για το αύ­ριο. Πράγ­μα­τι πολ­λοί πολ­λά σχε­δί­α­σαν για το αύ­ριο, αλ­λά δεν το έ­φθα­σαν.

Δεν πρέ­πει να εί­ναι φι­λάρ­γυ­ρος (Μάρκ. 10,23 ε., Λουκ. 18,24), ού­τε να θη­σαυ­ρί­ζει α­νώ­φε­λα πράγ­μα­τα, που δεν έ­χει α­νάγ­κη.

Εί­θε να δώ­σει ο Κύ­ριος να δε­χθεί­τε τις ο­δη­γί­ες με ό­λη την πε­ποί­θη­ση, ώ­στε να ε­πι­δεί­ξε­τε καρ­πού­ς  ά­ξιους του Πνεύ­μα­τος σε δό­ξα Θε­ού, με την ευ­δο­κί­α του Θε­ού και τη συ­νερ­γί­α του Κυ­ρί­ου η­μών Ι­η­σού Χρι­στού. Α­μήν».

Από επιστολή που γράφτηκε το 364, όταν ο Μέγας Βασίλειος διακονούσε ως Πρεσβύτερος στην Καισάρεια.