Πρόγραμμα Ι. Ακολουθιών Ιουνίου

Στα Άρθρα από taxiarhes-moschato

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

Με­τά τήν Ἀ­νά­λη­ψη τοῦ Κυ­ρί­ου στούς οὐ­ρα­νούς, οἱ Ἀ­πό­στο­λοι καί οἱ ὑ­πό­λοι­ποι μα­θη­τές, ἡ Πα­να­γί­α Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α καί οἱ γυ­ναῖ­κες πού ἀ­πό τήν ἀρ­χή τόν εἶ­χαν ἀ­κο­λου­θή­σει, πε­ρί­που 120 ἄ­το­μα, γύ­ρι­σαν στό ὅ­ρος τῶν Ἐ­λαι­ῶν στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ καί μπαί­νον­τας στό ὑ­πε­ρῷ­ο, δη­λα­δή στόν πά­νω ὄ­ρο­φο τοῦ σπι­τιοῦ ἐ­κεῖ, πε­ρί­με­ναν μέ προ­σευ­χή τήν ἐ­πι­φοί­τη­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, σύμ­φω­να μέ τήν ὑ­πό­σχε­ση τοῦ Σω­τῆ­ρα Χρι­στοῦ. Ἐκεῖ, ἐ­ξέ­λε­ξαν καί τόν Ματ­θί­α καί τόν συ­να­ρίθ­μη­σαν μέ τούς ἕν­δε­κα Ἀ­πο­στό­λους.

            Τό­τε, αὐ­τοί, πλη­ρω­θέν­τες ἀ­πό τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο, ἄρ­χι­σαν νά κη­ρύτ­τουν καί νά κα­λοῦν τούς ἀν­θρώ­πους νά βα­πτι­σθοῦν καί νά λά­βουν κι αὐ­τοί τήν χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὅ,τι εἶ­χαν ἀ­κού­σει καί ζή­σει κον­τά στό Χρι­στό καί δέν τό εἶ­χαν τό­τε κα­τα­νο­ή­σει, τώ­ρα ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι τό γνώ­ρι­σαν καί τό εὐαγγελίζονται στόν λα­ό. Κήρυτταν σέ ξέ­νες γλῶσ­σες (γλωσ­σο­λα­λιά) «γιά τά θαυ­μα­στά ἔρ­γα τοῦ Θε­οῦ», γε­γο­νός πού ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτό ἀ­πό Ἰ­ου­δαί­ους καί προ­σή­λυ­τους πού ἦ­ταν στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ γιά τήν Ἐ­βρα­ϊ­κή γι­ορ­τή. Ἔ­πει­τα ἀ­πό τό κή­ρυγ­μα τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου, βα­πτί­στη­καν ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα 3.000 νέ­α μέ­λη τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἐκ­κλη­σί­ας.             Στίς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων, δι­α­βά­ζου­με: «Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ἡ μέ­ρα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς, ἦ­ταν ὅ­λοι μα­ζί συγ­κεν­τρω­μέ­νοι σέ ἕ­να μέ­ρος, μέ ὁ­μο­ψυ­χί­α. Ξαφ­νι­κά ᾖρ­θε ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό μιά βου­ή σά νά φυ­σοῦ­σε δυ­να­τός ἄ­νε­μος, καί γέ­μι­σε ὅ­λο τό σπί­τι πού ἔ­με­ναν. Ἐ­πί­σης τούς πα­ρου­σι­ά­στη­καν γλῶσ­σες σάν φλό­γες

φω­τιᾶς, πού μοι­ρά­στη­καν καί κά­θι­σαν ἀ­πό μί­α στόν κα­θέ­να ἀ­πό αὐ­τούς. Ὅ­λοι τό­τε πλημ­μύ­ρι­σαν ἀ­πό Πνεῦ­μα Ἅ­γιο καί ἄρ­χι­σαν νά μι­λοῦν σέ ἄλ­λες γλῶσ­σες, ἀ­νά­λο­γα μέ τήν ἱ­κα­νό­τη­τα πού τούς ἔ­δι­νε τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα». Ἔ­τσι οἱ μα­θη­τές ἔ­λα­βαν καί τόν καρ­πό τοῦ Πνεύ­μα­τος: ἀ­γά­πη, χα­ρά, εἰ­ρή­νη, μα­κρο­θυ­μί­α, χρη­στό­τη­τα, ἀ­γα­θο­σύ­νη, πί­στη, πρα­ό­τη­τα, ἐγ­κρά­τεια.

          Ἡ Πεντηκοστή ἀν­τι­στοι­χεῖ μέ τήν με­γά­λη ἐ­τή­σια ἑ­ορ­τή τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, ἡ ὁ­ποί­α στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη ἀ­πο­κα­λεῖ­ται Γι­ορ­τή τοῦ Θε­ρι­σμοῦ ἤ Γι­ορ­τή τῶν Ἑ­βδο­μά­δων, πού ἦ­ταν γε­ωρ­γι­κή ἑ­ορ­τή μέ τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο. Ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα, κά­θε οἰ­κο­γέ­νεια πρό­σφε­ρε στόν Θε­ό ἕ­να δε­μά­τι κρι­θά­ρι, πού ὑ­πο­δή­λω­νε τήν ἐ­πι­θυ­μί­α γιά εἰ­ρη­νι­κή σχέ­ση μα­ζί Του. Οἱ προ­σφο­ρές γιά αὐ­τή τήν γι­ορ­τή γί­νον­ταν μέ­σῳ τοῦ ἱ­ε­ρα­τεί­ου, ἀρ­χι­κά στήν Σκη­νή τοῦ Μαρ­τυ­ρίου καί ἀρ­γό­τε­ρα στόν Να­ό, στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ.

          Ἡ Πεντηκοστή θεωρεῖται ὡς ἡ γε­νέ­θλια ἡ­μέ­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί ἄρ­χι­σε νά ἑ­ορ­τά­ζε­ται ἀ­πό τούς ἀ­πο­στο­λι­κούς χρό­νους, ἀρ­χι­κά στό να­ό τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων. Σύμ­φω­να μέ τούς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κούς Πα­τέ­ρες καί συγ­γρα­φεῖς τοῦ 4ου αἰ­ῶ­να, κα­τά τήν ἑ­ορ­τή αὐ­τή γι­νό­ταν καί ἡ βά­πτι­ση τῶν κα­τη­χου­μέ­νων, ὅ­που καί γιά τό λό­γον αὐ­τό συ­νε­χί­ζε­ται καί ψάλ­λε­ται ὁ τρι­σά­γιος ὕ­μνος: «Ὅ­σοι εἰς Χρι­στόν ἐ­βα­πτί­σθη­τε…».             Ἡ Πεν­τη­κο­στή ἑ­ορ­τά­ζε­ται ὅ­λες τίς ἡ­μέ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δας. Ἀ­πό τίς με­θε­όρ­τι­ες ἡ­μέ­ρες ξε­χω­ρί­ζει ἡ Δευ­τέ­ρα πού εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα. Λόγῳ τῆς μεγάλης σημασίας της ἑορτῆς, τήν ἑ­βδο­μά­δα αὐ­τή δέν νη­στεύ­ου­με τήν Τε­τάρ­τη καί τήν Πα­ρα­σκευ­ή, ὅ­πως ἀκριβῶς καί τίς ἑβδομάδες μετά τά Χρι­στού­γεν­να καί τό Πά­σχα. Ὁ Ἅγιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος, με­τα­ξύ ἄλ­λων, λέ­ει γιά τήν ἑ­ορ­τή (Λό­γος μα΄στήν Πεν­τη­κο­στή): «Τήν Πεν­τη­κο­στή ἑ­ορ­τά­ζου­με καί τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί τήν πραγ­μα­το­ποί­η­ση τῆς ὑ­πο­σχέ­σε­ως και­ί τήν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς ἐλ­πί­δας. Τό μυ­στή­ριο, πό­σο καί με­γά­λο εἶ­ναι καί σε­βα­στό! Τε­λει­ώ­νουν λοι­πόν ὅ­σα ἔ­χουν σχέ­ση μέ τό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ἤ μᾶλ­λον μέ τήν σω­μα­τι­κή πα­ρου­σί­α Του. Δι­ό­τι δι­στά­ζω νά πῶ τά σω­μα­τι­κά, ἐ­φ’ ὅ­σον κα­νέ­νας λό­γος δέν μπο­ρεῖ νά μέ πεί­σει ὅ­τι θά ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νά

εἶ­χε ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πό τό σῶ­μα [ὁ Χρι­στός]. Ἀρ­χί­ζουν δέ ὅ­σα ἔ­χουν σχέ­ση μέ τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα. Ποι­ά δέ ἦ­ταν ὅ­σα ἔ­χουν σχέ­ση μέ τό Χρι­στό; Ἡ Παρ­θέ­νος, ἡ γέν­νη­ση, ἡ φάτ­νη, τό σπαρ­γά­νω­μα, οἱ ἄγ­γε­λοι πού τόν δο­ξά­ζουν, οἱ ποι­μέ­νες πού τρέ­χουν πρός Αὐ­τόν, ἡ δι­α­δρο­μή τοῦ ἀ­στέ­ρα, ἡ προ­σκύ­νη­ση καί ἡ προ­σφο­ρά τῶν δώ­ρων ἀ­πό τούς μά­γους, ὁ φό­νος τῶν νη­πί­ων ἀ­πό τόν Ἡ­ρῴ­δη, ὁ Ἰ­η­σοῦς πού φεύ­γει στήν Αἴ­γυ­πτο, πού ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πό τήν Αἴ­γυ­πτο, πού πε­ρι­τέ­μνε­ται, πού βα­πτί­ζε­ται, πού δέ­χε­ται τήν μαρ­τυ­ρί­α ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό, πού πει­ρά­ζε­ται, πού λι­θά­ζε­ται γιά μᾶς (γιά νά μᾶς δώ­σει ὑ­πό­δειγ­μα κα­κο­πά­θειας ὑ­πέρ τοῦ Λό­γου), πού προ­δί­νε­ται, πού προ­ση­λώ­νε­ται [στόν Σταυ­ρό], πού θά­πτε­ται, πού ἀ­να­σταί­νε­ται, πού ἀ­νε­βαί­νει [στούς οὐ­ρα­νούς].

          Ἀ­πό αὐ­τά καί τώ­ρα ὑ­φί­στα­ται πολ­λά ἀ­πό τούς μι­σό­χρι­στους μέν, αὐ­τά πού Τόν ἀ­τι­μά­ζουν καί τά ὑ­πο­μέ­νει (δι­ό­τι εἶ­ναι μα­κρό­θυ­μος). ἀ­πό τούς φι­λο­χρι­στους δέ, αὐ­τά πού Τοῦ ἀ­πο­δί­δουν τι­μή. Καί ἀ­να­βάλ­λει νά ἀν­τα­πο­δώ­σει ὅ­πως σ’ ἐ­κεί­νους τήν ὀρ­γή, ἔ­τσι σέ μᾶς τήν ἀ­γα­θό­τη­τα. ἐ­πει­δή ἴ­σως σ’ ἐ­κεί­νους μέν δί­νει και­ρό με­τα­νοί­ας, σέ μᾶς δέ δο­κι­μά­ζει τόν πό­θο, ἐ­άν δέν λι­πο­ψυ­χοῦ­με καί δέν ἀ­πο­κά­μου­με στίς θλί­ψεις καί στούς ἀ­γῶ­νες γιά τήν εὐ­σέ­βεια. ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πό τήν θεί­α οἰ­κο­νο­μί­α καί τά ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα κρί­μα­τά Του, μέ τά ὁ­ποῖ­α κυ­βερ­νᾷ μέ σο­φί­α τή ζω­ή μας.

          Ὅ­σα λοι­πόν ἀ­να­φέ­ρον­ται στό Χρι­στό εἶ­ναι αὐ­τά. καί τά πέ­ρα ἀ­πό αὐ­τά θά τά δοῦ­με ἐν­δο­ξό­τε­ρα [στή βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν] καί μα­κά­ρι καί μεῖς νά φα­νοῦ­με [δο­ξα­σμέ­νοι ἀ­πό τό Θε­ό]. Ὅ­σα δέ ἀ­να­φέ­ρον­ται στό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, πα­ρα­κα­λῶ τό Πνεῦ­μα νά ἔλ­θει ἐν­τός μου καί νά μοῦ δώ­σει λό­γο ὅ­σον ἐ­πι­θυ­μῶ καί ἄν ὄ­χι τό­σον, ἀλ­λ’ ὅ­σος ἀ­παι­τεῖ­ται σ’ αὐ­τή τήν πε­ρί­πτω­ση. Πάν­τως ὅ­μως θά ἔλ­θει μέ ἐ­ξου­σί­α δε­σπο­τι­κή, καί ὄ­χι μέ τρό­πο δου­λι­κό, οὔ­τε πε­ρι­μέ­νον­τας πρό­σταγ­μα, ὅ­πως νο­μί­ζουν με­ρι­κοί. Δι­ό­τι πνέ­ει ὅ­που θέ­λει, καί σ’ ὅ­σους θέ­λει, καί ὅ­πο­τε καί ὅ­σο θέ­λει. Μ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο ἐ­μεῖς ἐμ­πνε­ό­μα­στε νά νο­οῦ­με καί νά μι­λοῦ­με γιά τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα.»