Και να αδελφοι μου…

Στα Άρθρα από taxiarhes-moschato

Ένα κείμενο του π. Χριστόδουλου Μπίθα, παραμονές του Πάσχα

Και να αδελφοί μου, που φτάσαμε μια ανάσα πριν την Ανάσταση.

            Ο καθένας μας κρατά στο νοητό δισάκι του τα γεννήματα της Σαρακοστής. Άλλος νηστείες κι αγρυπνίες, άλλος διαβάσματα κι ακολουθίες, άλλος ώρες προσευχής με ένα κομποσχοίνι στο χέρι κι άλλος όλα αυτά μαζί.             Κάποιοι όμως, στέκουν αμήχανα και μας ψελλίζουν με σκυμμένο το κεφάλι: «εγώ δεν πρόκαμα. Είχα δουλειές, τα παιδιά, ο γάμος, οι μέριμνες. Είμαι αδύναμος και μόνος». Κι ίσως οι πρώτοι τούς κοιτάξουμε με οίκτο. «Αν προσπαθούσες λίγο περισσότερο», λέμε και σηκώνουμε το δάχτυλο σαν τον δάσκαλο στον άτακτο μαθητή. Κι ύστερα αραδιάζουμε ένα σωρό πρέπει. «Πρέπει να προσπαθήσεις, πρέπει να αγωνιστείς, πρέπει να βιάσεις τον εαυτό σου», βροντοφωνάζουμε δίχως να ακούμε τον καημό του άλλου.

            Μα πιο πίσω μάς ακολουθούν κάποιοι άλλοι που κουβαλούν ένα μεγάλο σταυρό στην πλάτη. Πάθια ασήκωτα, αρρώστιες και θανάτους αγαπημένων προσώπων, οικονομικές δυσκολίες και προβλήματα επαγγελματικά, διαψεύσεις και απογοητεύσεις, σκοτισμούς του νου και θλίψη στην ψυχή. Λίγο να αφουγκραστείς τον πόνο τους συνειδητοποιείς πως εσύ παίζεις στα εύκολα και δοξολογείς μέσα στην άνεσή σου. Κι ίσως με την παραμικρή αναποδιά αρχίζεις την γκρίνια και την μεμψιμοιρία και τα βάζεις με το σύστημα και την πολιτική κατάσταση και τους «καταραμένους» μετανάστες και τους άλλους που δεν καταλαβαίνουν  και τους εχθρούς της πίστεως και τα κάθε λογής συμφέροντα.

            Και να, αδελφοί μου, που φτάσαμε μια ανάσα πριν την Ανάσταση.

Πώς θα πούμε το Χριστός Ανέστη να ευφρανθούν τα φυλλοκάρδια της ψυχής μας; Πώς θα ψάλλουμε αναστάσιμα όλοι εμείς που ζούμε «εν χώρα και σκιά θανάτου»; Πώς θα λάμψει το φως και σε εμάς αντί να εξαφανιστεί η χαρά του Περάσματος σαν πυροτέχνημα λαμπριάτικο που αργοσβήνει μέσα σε μαγειρίτσες και οβελίες;

           «Ἡ πρώτη ἀλήθεια εἶναι ὁ θάνατος. Απομένει να μάθουμε ποιά εἶναι ἡ τελευταία»[1], λέει ο ποιητής. Δεν χωρούν εδώ ψευδοβεβαιότητες και θρησκευτικές αυτοδικαιώσεις . Όσο δυνατά κι αν φωνάξουμε το «θανάτῳ θάνατον πατήσας», όσο κι αν το ψάλλουμε μελίρρυτα επειδή σπουδάσαμε τα βυζαντινά παβουγαδίσματα, ο φόβος θα παραμένει πάντα εκεί, στο βάθος του ασυνείδητου, να σημαίνει το δέος μπροστά στην ανυπαρξία, στο κενό, στο σκοτάδι. Όσα αποφθέγματα πατερικά κι αν αραδιάσουμε, όσα προσκυνήματα μακρινά κι αν επιχειρήσουμε, σε όσα λείψανα και σε εικόνες κι αν γονατίσουμε, «έσχατος εχθρός » ο θάνατος θα παραμονεύει να μας θερίσει την χαρά.

           «Τι θέλεις να μας πεις», θα αναρωτηθεί ο στοχαστικός της παρέας και ο πιο ευσεβής θα διαμαρτυρηθεί: πώς είναι δυνατόν ένας παπάς να σπέρνει καινά δαιμόνια. «Αφού εμείς πιστεύουμε στην Ανάσταση, γιατί μας εκπειράζεις»; θα μουρμουρίσει ο πιο τάχα παραδοσιακός.

            Συγχωρήστε, αδελφοί μου, αλλά μου ζητήθηκε να πω λόγο αληθείας, να ξεδιπλώσω λόγο καρδιακό κι όχι θρησκευτικά φληναφήματα.

            Είναι που πιστεύω πως, για να νοιώσεις πρόγευση ζωής αιωνίου, πρέπει πρώτα να αφυπνιστείς από τον βαθύ ύπνο της θρησκευτικής σου αυτάρκειας κι ύστερα από τον καθωσπρεπισμό της κοινωνικής σου ψευδαίσθησης. Να πεθάνεις πριν πεθάνεις για να μην πεθάνεις όταν πεθάνεις ,όπως έλεγαν οι παλιοί, ή για να το ψελλίσουμε με τα λόγια του ποιητή: Μόνο ἅμα νοιώσεις κάθε βράδυ νά παλεύεις στόν γκρεμνό, μέ τό θάνατο, κρεμασμένος σχεδόν ἀλλά ὄρθιος, πατώντας στήν κόψη ἑνός ξυραφιοῦ[2], μπορεῖ να βλαστήσει ἡ προσμονή στό Φῶς κι ἡ προσδοκία τῆς Ἀνάστασης. Θα καταλάβεις τότε πως δεν είναι η πορεία τῆς πίστης σπαρμένη μέ ροδοπέταλα, ἀλλά ἄφημα κι ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό ὅταν ὅλοι οἱ ἄλλοι δρόμοι μοιάζουν ἀδιέξοδοι.

            «Εμείς νικώμεν νικώντων των άλλων» μάς φωνἀζει από τον 14ο αιώνα ο Άγιος Καβάσιλας και θέλει δρόμο πολύ να πετάξεις το φιδίσιο δέρμα της φιλαυτίας για να νοιώσεις παιδί που παίζει στον κήπο του Θεού, κι όχι κραταιός κριτής των άλλων, που δεν έμαθε ακόμα να βλέπει το δοκάρι στο μάτι του. Ίσως είναι αυτός ο λόγος που κάθε φορά που περνάμε μπροστά από τον καθρέφτη, αντί να δώσουμε μια μπουνιά χαμογελάμε στον ψεύτη!

            Πώς θα μπορέσουμε άραγε «νηστεύσαντες και μή νηστεύσαντες» να ευφρανθούμε από την τράπεζα που γέμει από τον μόσχο τον πολύ; Πώς θα απαλλαγούμε από τον πνευματικό θάνατο που γεμίζει τρόμο τα σωθικά και θα μάθουμε να ζούμε στην γη αλλά να πολιτευόμαστε στον ουρανό; Πώς θα επιβιώσουμε μέσα σε ένα κόσμο που δηλώνει απερίφραστα πως ο Θεός πέθανε, πως τα πάντα είναι χοϊκά και πως όλα τελειώνουν με τον βιολογικό μας αφανισμό; Πώς θα παλέψουμε την αμφιβολία και την αμφισβήτηση που σαρώνει την ελπίδα για το επέκεινα; Πώς να πορευτούμε τούτες τις λίγες μέρες που απόμειναν ως το Πάσχα για να αισθανθούμε ότι συμμετέχουμε στο συμπόσιο της πίστεως κι ότι δεν κατασκευάσαμε έναν φανταστικό Χριστό στα μέτρα της αστοχίας μας; Πώς να υπερβούμε την απραξία και την στασιμότητά μας; Πώς θα καταλάβουμε ότι πορευόμαστε επ’ ελπίδι αναστάσεως κι όχι με βήμα σημειωτόν; Πώς θα αποκτήσουμε αυτή την απροϋπόθετη αγάπη που έξω βάλλει τον φόβο και πληρώνει νου και ψυχή με ευχαριστία;

            Κοντοστέκομαι και αφουγκράζομαι την φωνή του αββά Ισαάκ: «καρδία καιομένη ὑ­πέρ πά­σης τῆς κτί­σε­ως, ὑ­πέρ τῶν ἀν­θρώ­πων καί των ὄρ­νε­ων καί τῶν ζώ­ων  καί τῶν δαι­μό­νων, καί ὑ­πέρ παν­τός κτί­σμα­τος»[3]. Αναθαρρώ, αγαλλιάζει η ψυχή μου, φωτίζεται το πρόσωπο, αναθάλλουν οι αισθήσεις. Αυτό είναι, μονολογώ, ενισχυμένος από την φωνή της ερήμου: Μπούχτισε ο κόσμος τούτος ο γερασμένος από φανατισμούς και μισαλλοδοξίες, απόκαμαν οι άνθρωποι οι πληγωμένοι από τις κάθε λογής εξουσίες, λόγο αγάπης γυρεύουν και παράδειγμα σαν αυτό που υψώθηκε στον σταυρό εκουσίως. Όλα ειπώθηκαν, όλα ανακυκλώνονται αέναα και αδιέξοδα, γι’ αγάπη είναι που διψάμε, να μας αποδεχτούν όπως είμαστε, να μας αγαπήσει κάποιος μέσα στα χάλια μας μήπως κι έτσι μας πιάσει το φιλότιμο και ξυπνήσουμε από τον λήθαργο.

            Κι ύστερα έρχεται από τη Νύσσα της Καππαδοκίας η φωνή του Αγίου Γρηγόριου και μου ψιθυρίζει τρυφερά στο αυτί: » Ἡ συ­νάν­τη­ση μέ τό Θε­ό ταυ­τί­ζε­ται μέ τήν δια­ρκῆ ἀ­να­ζή­τη­σή του, ἀ­φοῦ δέν εἶ­ναι ἄλ­λο τό νά ἀ­να­ζη­τᾷς κι ἄλ­λο τό νά ἀ­να­κα­λύ­πτεις. Καί τό­τε εἶ­δες πραγ­μα­τι­κά τόν Θε­ό, ὅ­ταν ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α σου γιά Αὐ­τόν εἶ­ναι ἀ­κό­ρε­στη. Πρέ­πει δέ, ἐ­νῷ πάν­τα τόν ἀ­να­γνω­ρί­ζεις μέ­σα ἀ­πό ὅ­σα εἶ­ναι δυ­να­τόν νά Τόν βλέ­πεις, νά φλέ­γε­σαι ἀ­πό τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά τόν γνω­ρί­σεις πε­ρισ­σό­τε­ρο»[4].

            Να λοιπόν ο δρόμος που θα μας οδηγήσει από τον Σταυρό στην Ανάσταση. Να πεινάς και να διψάς, να χορταίνεις και πάλι αχόρταγα να αναζητάς, να βρίσκεις και να χαίρεσαι και πάλι να ξεκινάς, να μετανοείς κάθε μέρα σαν να πρόκειται να πεθάνεις τούτο το βράδυ και να δημιουργείς αδιάκοπα σαν να πρόκειται να ζήσεις αιώνια, καθώς έλεγε ο γέρο Πορφύριος.

            Και να, αδελφοί μου, που φτάσαμε μια ανάσα πριν την Ανάσταση.

            Ο δρόμος είναι ανοιχτός μα εμείς νομίζαμε πως είμαστε παγιδευμένοι σαν κι εκείνους τους δύστυχους μέσα στο σπήλαιο, που κοίταγαν τις σκιές τους.

            Το οδοιπορικό στην Μεγάλη Εβδομάδα αρχίζει κι εμείς ανακατευόμαστε ανάμεσα στο βαϊφόρο πλήθος που κραυγάζει ωσαννά αναμένοντας έναν Μεσσία κραταιό που θα έρθει να κατατροπώσει τούς κατακτητές, τούς αντίθετους, τούς διαφορετικούς. Παρακαλούμε ταπεινά να μην απογοητευτούμε και ζητάμε να χαραχτεί στο νου μας πως Εκείνος έρχεται να μας συναντήσει πράος και ταπεινός στην καρδιά, ικετεύουμε να μην είναι άκαρπη η ζωή μας σαν εκείνη την συκιά, αλλά να δώσει ο Θεός όποτε κοιτάμε πίσω να γεμίζει η ψυχή δοξολογία.

            Το άλλο βράδυ παίρνουμε αγκαλιά τις μωρές παρθένες να τις παρηγορήσουμε, να τους θυμίσουμε πως κι ο ληστής πάνω στο σταυρό σώθηκε και καταλαβαίνουμε πως τον εαυτό μας παρηγορούμε, όλοι εμείς οι αμαρτωλοί και άστοχοι στην ζωή, που αφήσαμε τον χρόνο να περνά αναξιοποίητος, που χαθήκαμε μεταξύ αργίας, περιεργείας και αργολογίας. Ο Νυμφίος έρχεται κι εμείς παρακαλούμε να μας δοθεί προαίρεση αγαθή να Τον αναζητούμε, να χαιρόμαστε την στιγμή, την κάθε μέρα, την ομορφιά της πλάσης, την ωραιότητα της τέχνης, την χαρά της επικοινωνίας, το πρόσωπο του διπλανού, την σχέση με Εκείνον.

            Την επομένη θαυμάζουμε την ποιητικότητα στον λόγο της Κασσιανής και ζηλεύουμε που είχε την δύναμη να τα παρατήσει όλα για τον «κάλλει ωραίο». Κι ύστερα κοιτάμε με τρυφερότητα εκείνη την πόρνη γιατί αγάπησε πολύ και μας θυμίζει πόσο τετράγωνη έγινε η λογική μας. Θρηνούμε στήν αὐλή δίπλα στους υπηρέτες  καθώς αντιλαμβανόμαστε πως συμμετέχουμε στις αρνήσεις του Πέτρου – κάθε μέρα τον αρνούμαστε κι εμείς, μα παίρνουμε κουράγιο από την μετάνοιά του.

            Δέος μας διακατέχει καθώς συμμετέχουμε νοερά στον Μυστικό Δείπνο, μαθητές ανόητοι κι εμείς ασθενείς στην φύση και δεν καταλαβαίνουμε πως ο Δάσκαλος θέλει να μας πλύνει τα πόδια για να μας διδάξει πως ένας μόνο τρόπος υπάρχει για να τον ακολουθήσουμε: Να είμαστε τελευταίοι για να γινόμαστε πρώτοι, να μην ζητάμε φιλαρχίες δαιμονικές πάνω στον οποιοδήποτε, αλλά να διακονούμε τον πλησίον, τον ξένο, την πλάση όλη.

            Ο Ιούδας πρόδωσε, κι εμείς, για να απαλλαγούμε από τις ενοχές μας τον καταριόμαστε, τον βρίζουμε, τον καίμε στις πλατείες των χωριών. Δεν αντέχουμε την αλήθεια πως  ο Ιούδας είμαστε εμείς, καθημερινά προδίδουμε, πολλά τα αργύρια, μεγάλος ο πειρασμός. Τον κατηγορούμε τόσο, που ξεχνάμε το δράμα του, πως πνίγηκε από την ενοχή και πως το ίδιο θα πάθουμε κι εμείς αν δεν εναποθέσουμε τα χάλια μας στα πόδια του Χριστού. Νοερή η αγχόνη που βάζουμε στο λαιμό μας, πνευματικός ο θάνατος.

            Μυστικά βρισκόμαστε ανάμεσα στις ελιές σε εκείνο τον λόφο, κλείνουν τα βλέφαρα από τον ύπνο της ακηδίας, μα κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα ταυτίζουμε τον πόνο μας με το πάθος Εκείνου και τα δάκρυα τρέχουν ποτάμι. Απέραντη η μοναξιά μπροστά στην δοκιμασία της φθοράς, της αρρώστιας, του θανάτου. Πώς να αντέξεις τόση οδύνη αν δεν ακούσεις την προτροπή του να ξυπνήσεις για να μην πέφτεις στους πειρασμούς της ταλαίπωρης ύπαρξής σου.

            Ξημέρωσε κι οι μισθοφόροι τον οδηγούν στο Πραιτώριο μπροστά στον άρχοντα του κόσμου τούτου. Έτσι όπως είναι μαστιγωμένος μέσα στα αίματα μοιάζει αδύναμος, μα δεν είναι. Ασύλληπτη η δύναμη όποιου ειρήνευσε μέσα του, ησύχασε από την αγωνία της μέριμνας, την μικρότητα της φιλαυτίας, τον φόβο του θανάτου. Βαδίζουμε μαζί στο μαρτύριο, στον Σταυρό, βλέπουμε την άκρα ταπείνωση μα συνάμα την άκρα συγχώρηση.  «Δεν ξέρουν τι κάνουν», μάς λέει, «είναι τυφλοί μην τους κατηγορείτε, μην θυμώνετε, είναι ανάπηροι, δεν ζουν, είναι ήδη πεθαμένοι. Να τους χωράτε γιατί δεν γεύτηκαν την αλήθεια, δεν γνωρίζουν». Συγγνώμη εκ του τάφου ανέτειλε!

            Ακολουθούμε τον επιτάφιο με τα φαναράκια στα χέρια μας, σιγοψέλνουμε απαλά, κατανυκτικά, ένα χαμόγελο αχνοφαίνεται στα χείλη. Δεν χωράνε εδώ στρατιωτικές μπάντες και χάλκινα πνευστά που παίζουν εμβατήρια. Η ζωή είναι εν τάφῳ, η δική μας ζωή, κλεισμένη μέσα στον μνήμα της αχαριστίας, της μιζέριας, της σκληροκαρδίας, της φθοράς, της έλλειψης νοήματος. «Ἀ­νά­στη­θι οἰ­κτῖρ­μον, ἡ­μᾶς ἐκ τῶν βα­ρά­θρων, ἐ­ξα­νι­στῶν τοῦ Ἅ­δου.Τοῖς πό­θῳ τε καὶ φό­βῳ, τὰ πά­θη σου τι­μῶ­σι, δί­δου πται­σμά­των λύ­σιν». Άμα αναγνωρίσεις πως είσαι πεθαμένος, τότε μπορείς να προσδοκάς την Ανάσταση. «Τριὰς μο­νὰς Θεέ μου, Πα­τήρ, Υἱ­ὸς καὶ Πνεῦ­μα, ἐ­λέ­η­σον τὸν κό­σμον».  Όλη σου η ψυχή μια κραυγή προσευχητική για τον κόσμο άπαντα. Βγαίνεις από τα στενά όρια του εαυτού σου για να γίνεις οικουμενικός άνθρωπος, δεόμενος για κάθε ψυχή σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης που αδικείται, που  διώκεται, δολοφονείται,  που αργοπεθαίνει, που βασανίζεται, που βιάζεται, που υποφέρει από την φτώχεια και την πείνα.

            Έχει έρθει η ώρα για το πέρασμα από τον θάνατο στην ζωή. Συγκλονιστήκαμε καθώς είδαμε την αδυναμία μας και την εναποθέσαμε στο μνήμα του. Αν εκείνος δεν αναστήθηκε, ας φάμε, ας πιούμε, αύριο πεθαίνουμε.

            «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα, εκ γάρ θανάτου πρός ζωήν, καί εκ γής πρός ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας.»

            Το θαύμα συντελείται με τρόπο μυστηριακό, το φρέσκο κρασί αρχίζει να αποθηκεύεται σε νέο ασκό.  Κοντά του ανασταινόμαστε κάθε μέρα, ξαναζούμε την χαρά, συμμετέχουμε σε γιορτινό πανηγύρι, τα πάντα μοιάζουν καινά, φωτεινά, υπέρλαμπρα, η ζωή ξαναβρίσκει τα χαμένα, τα μάτια διψούν για ομορφιά, τα χείλη θέλουν να υμνήσουν, οι ευωδίες κατακλύζουν τις αισθήσεις, τα αυτιά συλλαμβάνουν μουσικές άρρητες, τα ακροδάχτυλα αγγίζουν τις άκρες των λουλουδιών. Πάσχα Κυρίου Πάσχα. Εκ του θανάτου στην ζωή. Είμαστε νεκροί και ξαναζούμε, δεν υπάρχουμε πια εμείς, ζει ο Χριστός μέσα μας. Ανάβουμε τις λαμπάδες μας και αφήνουμε τον Αναστάσιμο παιάνα να συγκλονίσει κάθε μέρος του κορμιού μας. Δεν είναι ιδεολογία η πίστη στην Ανάσταση αλλά αίσθηση μυστική, πληροφορία άνωθεν, προσμονή συνάντησης, πορεία στο Φως. Κοιτάμε τους αδελφούς γύρω μας χαμογελαστούς στο φως των κεριών. Φίλοι κι αδελφοί, εικόνες Θεού, κλήματα μιας αμπέλου Αληθινής παρ’ όλα τα χάλια και τις αδυναμίες μας.

            Όλα τελειώνουν στον εσπερινό της Αγάπης. Δεν θα μπορούσε να τελειώσει διαφορετικά. Μόνο τα έργα της αγάπης μένουν. «Η αγάπη», μας λέει από την έρημο  του Σινά ο Άγιος Ιωάννης, «ως προς την ποιότητά της είναι ομοίωση με τον Θεό, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργειά της, μέθη της ψυχής. Ως προς δε τις ιδιότητές της, πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως»[5].

            Γι’ αυτήν την αγάπη ζούμε, αυτήν προσμένουμε, αυτή παρακαλούμε. «Δεν μπορώ να πω τίποτε άλλο. Περισσεύει το φως μέσα στο τίποτα και ρέει προς τα έξω. Περνά στην καρδιά μου, φλεβίζει στο χέρι μου, ζητά να το πώ, να το γράψω, Αλλά πώς: Δε βρίσκω τις λέξεις γιατ’ είν’ απ’ του κόσμου τον πλούτο πιο λίγες. Φύλαξε μου αυτούς τους λυγμούς που ανεβαίνουν, δένονται κόμποι, σπαρταρούν σαν μια δέσμη καρδιές στο λαιμό σου. Όλα αλλάζουνε, ρέουν, λάμπουν παράξενα. Το πρόσωπο μου αντιστέκεται να μείνει σαν πρόσωπο. Για μένα, για σένα, για όλο τον κόσμο»[6].

Καλή Ανάσταση, αδελφοί μου.


[1] Ὀδυσσέας Ἐλυτης, Ἀνοιχτά χαρτιά.

[2] Νικηφόρος Βρεττάκος, Ἡ ἐμπειρία τοῦ τραγουδιοῦ.

[3] Ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος, Λόγος ΠΑ΄.

[4] Ἁγ. Γρηγόριος Νύσσης, 7η ὁ­μι­λί­α εἰς τόν Ἐκ­κλη­σια­στήν.

[5] Κλῖμαξ, Λόγος 30ος

[6] Νικηφόρος Βρεττάκος