«Ταξιδεύοντας για τη Σύμη»-Παρουσίαση του βιβλίου

Στα Άρθρα από taxiarhes-moschato


Του Σωτηρίου Κόλλια
Δρος Θεολογίας
Παρουσίαση του παιδικού βιβλίου της Σοφίας Πράπα: «Ταξιδεύοντας για τη Σύμη» (Ελληνοεκδοτική 2018).

Πριν λίγο καιρό άρχισε στο χώρο των εκδόσεων το ταξίδι του νέου βιβλίου της βρεφονηπιοκόπου Σοφίας Πράπα με τον τίτλο «Ταξιδεύοντας για τη Σύμη». Έτσι γίνεται γνωστό
το δημιούργημά της στο ευρύ κοινό και θα ταξιδέψει ελπίζουμε σε όλον τον κόσμο για
να κάνει γνωστή μία συναρπαστική, συγκινητική και συνάμα τρυφερή ιστορία πίστης,
αθωότητας, ταπείνωσης, αισιοδοξίας, δύναμης κι ευγνωμοσύνης. Όπως θα ταξιδέψει παντού
αυτό το βιβλίο, από στόμα σε στόμα, από χέρι σε χέρι και από βιβλιοπωλείο σε
βιβλιοθήκες ομοίως και η ιστορία του για ένα ταξίδι μάς μιλάει, ένα ταξίδι
θαυμαστό, γεμάτο περιπέτειες και με πολλαπλά μηνύματα για όλους μας. Ένα ταξίδι ποταμίσιο και θαλάσσιο, οικείο για μας τους
Έλληνες, που είμαστε ένα ναυτικός λαός κι έχουμε μέσα στο αίμα μας την αγάπη
για τη θάλασσα. Ήδη από την ελληνική μυθολογία οι Έλληνες ταξιδεύουμε στις
θάλασσες μαζί με τον πολυμήχανο Οδυσσέα. Με τον Ιάσονα και τους Αργοναύτες. Με
τον Θησέα στο Αιγαίο με κατεύθυνση την Κρήτη. Με ένα πλοιάριο ταξίδευε και ο
Χριστός στη θάλασσα της Γαλιλαίας. Με πολλά ναυτικά ταξίδια μεγαλώσαμε ακούγοντας
τις ιστορίες αυτές με τους ήρωες και τους πολεμιστές μας, τους πειρατές και τους
ναυτικούς μας. Είτε με καράβια και βαπόρια, με σχεδίες και βαρκούλες, με τριήρεις
και ιστιοφόρα, με θωρηκτά και ναυαρχίδες… είτε με πλεούμενα μπουκάλια, το
θαλάσσιο ταξίδι πρωταγωνιστεί στην ιστορία μας. 
Είναι
το ταξίδι του Ευγένιου, του Ευγένιου Μπουκαλάκη, ενός μπουκαλιού πολύ
ευγενικού, που μέσα στην κοιλίτσα του κυοφορούσε ένα μεγάλο θαύμα, για δυο
παιδάκια που ζούσαν στη Γερμανία και δεν δίστασαν να τολμήσουν να αφεθούν στη
χάρη του Θεού και έτσι το μπουκάλι αυτό να φτάσει μέχρι το μοναστήρι του
Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην πανέμορφη Σύμη.
Στη νοτιοδυτική πλευρά του νησιού, σε
ένα απάνεμο όρμο, (Πάνορμο) βρίσκεται η ιστορική Μονή του Ταξιάρχου Μιχαήλ του
Πανορμίτου. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα της Δωδεκανήσου. Μπροστά
στο θαυματουργό εικόνισμα είναι κρεμασμένα πλήθος αφιερώματα που μαρτυρούν
απλώς τα αναρίθμητα θαύματα του Ταξιάρχη.  

Δίδασκε ο άγιος Αυγουστίνος: «Η
Βασιλεία του Θεού έχει πόρτα χαμηλή, για να μπεις πρέπει ή να είσαι παιδί ή να
σκύψεις». Εδώ ο άγιος εννοείται ότι μιλάει για την ταπείνωση που πρέπει να έχει
ο άνθρωπος, την οποία τα παιδιά διαθέτουν άφθαρη, μέχρι να μεγαλώσουν και δυστυχώς
τις περισσότερες φορές να τη χάσουν. Και πρέπει να αγωνιστούν πολύ μέχρι να την
ξαναβρούν. Γι’ αυτό ο διαρκής αγώνας του ανθρώπου είναι τελικά μια προσπάθεια
να ξαναγίνουμε παιδιά. Και εφόσον «στους ταπεινούς αποκαλύπτονται τα μυστήρια
του Θεού», όπως λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, σε δυο παιδιά αποκαλύφθηκε και στο
παρόν βιβλίο το μεγαλείο της αγάπης του Θεού: Στην Αγγελική και στον Μιχαλάκη,
όπου βεβαίως πίσω από τα δύο αυτά ονόματα είναι κεκρυμμένο εντέχνως από τη
συγγραφέα το όνομα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ο οποίος είναι και ο ουσιαστικός
πρωταγωνιστής του βιβλίου.
            Το
βιβλίο όμως της Σοφίας Πράπα ίσως να μην είναι μόνο για παιδιά. Είναι μία
πολυεπίπεδη ιστορία που χτυπάει πολλές φλέβες. Μπορεί να απευθύνεται κυρίως σε
αθώα παιδιά που δεν έχουν ακόμη αλλοιωθεί από την υλιστική κοινωνία μας και που
η πίστη τους είναι τόσο άδολη και αγνή που μπορεί να ενώσει χώρες μακρινές,
αλλά σε μία δεύτερη ανάγνωση θα καταλάβει ο προσεκτικός αναγνώστης ότι
πρόκειται για έναν ύμνο προς την ίδια τη ζωή και τη δημιουργία. Θα απαριθμήσoυμε σύντομα τις αρετές του βιβλίου, των οποίων τα μηνύματα είναι ιδιαίτερα χρήσιμα και
για τους ενήλικες:
     Σχέσεις
οικογενειακές, όχι μόνο μεταξύ γονιών και παιδιών αλλά και των παππούδων και
γιαγιάδων, των οποίων η θυμοσοφία στηρίζει την πνευματική προκοπή της ευρύτερης
οικογένειας. Σχέσεις δυστυχώς που τείνουν να χαθούν στη σύγχρονη εποχή μας,
καθώς χρησιμοποιούμε συνήθως τις γιαγιάδες για
babysitters των παιδιών μας χωρίς να ακούμε τις χρήσιμες συμβουλές
τους από τη σοφία των εμπειριών τους και την απλή αλλά βαθιά πίστη που έχουν
στον Θεό. Και στην δική μας ιστορία μία γιαγιά έδωσε το έναυσμα γι’ αυτό το
ταξίδι. Το αληθινό νυχτερινό παραμύθι της γιαγιάς, που τελικά κατέστη
παραμυθία, δηλαδή παρηγοριά στις δυσκολίες, πραγματοποίησε μέσω της πίστης το
θαύμα.
Αλλά και οι αδελφικές σχέσεις
τονίζονται έντονα στο παρόν βιβλίο. Ο Μιχαλάκης, ο μικρότερος, συλλαμβάνει το
μεγάλο σχέδιο και με την αθωότητά του είναι σίγουρος πως θα πετύχει. Η
Αγγελική, μάλλον στην προεφηβεία της, σπέρνει τους πρώτους σπόρους αμφιβολίας
και αμφισβήτησης, αλλά μπροστά στην αγάπη και το πείσμα του αδελφού της
συνεργεί με τον δικό της τρόπο στη συντέλεση του θαύματος. Ο Γέροντας μοναχός
ως πιο έμπειρος στα πνευματικά λέει με φρόνηση: «Εμείς θα προσευχηθούμε, αλλά
μόνο ο Ταξιάρχης γνωρίζει αν και πότε θα ενεργήσει». Το μόνο που πρέπει να
ζητάμε τελικά είναι να γίνει το θέλημα του Θεού όπως λέμε διαρκώς στο Πάτερ
Ημών: «γενηθήτω τω θέλημά σου» και με απόλυτη εμπιστοσύνη να αφεθούμε στο έλεός
Του. Εξάλλου το θαύμα της ζωής, της αγάπης και της αλληλεγγύης μεταξύ της
οικογένειας το ζούσαν ήδη με μεγάλη ένταση.
           Η Σοφία Πράπα
στο βιβλίο της πλέκει ένα εγκώμιο στη φύση και τη δημιουργία, την οποία δυστυχώς
βιάζουμε διαρκώς με τη συμπεριφορά μας. Με υπέροχες περιγραφές από τα ποτάμια
και τις θάλασσες, τα ζωάκια και τα ψαράκια, τον βυθό και τα βραχάκια, το
απέραντο γαλάζιο, τα κοράλια, τα πτηνά του ουρανού και τα απαράμιλλα νησιά μας,
μας δίνει μία διάσταση της παραδείσιας καταστάσης που όλοι τελικά αναζητούμε,
αλλά μαλλον δεν εκτιμάμε, διότι έτσι όπως από τον Παράδεισο ο άνθρωπος έφυγε
λόγω του εγωισμού του, έτσι και τον παράδεισο της φύσης τον καταστρέφουμε λόγω
των εγωιστικών μας και αρπακτικών διαθέσεων. Η συγγραφέας χτυπάει ένα καμπανάκι
στη συνείδησή μας όταν λίγο μετά μας περιγράφει τη ρύπανση των θαλασσών από
σκουριασμένα τενεκεδάκια, σακούλες και σπασμένα πλαστικά. «Γιατί, Θεέ μου,
κάποιοι δεν εκτιμούν, δεν σέβονται και δεν προστατεύουν αυτό το ανεκτίμητο δώρο
σου, τη θάλασσα;», λέει με παράπονο ο Ευγένιος Μπουκαλάκης. Και βεβαίως μέσα
από το βιβλίο η συγγραφέας τονίζει και διδάσκει όλους μας τη μεγάλη φροντίδα
που πρέπει να επιδείχνουμε τηρώντας προσεχτικά τους κανόνες της ανακύκλωσης,
κάτι που επίσης εμείς οι Έλληνες δεν έχουμε εκπαιδευτεί να κάνουμε. Πολλοί λέμε
ότι αγαπάμε τη φύση, αλλά στην πράξη δεν ξεβολευόμαστε για το πιο απλό: Να
ξεδιαλέξουμε και να ρίξουμε στους ειδικούς μπλε κάδους όλα τα ανακυκλώσιμα
υλικά. Η εκπαίδευση έχει να κάνει με τη συνήθεια και αρχίζει από μικρή ηλικία.    
          Ένα άλλο
σημαντικό θέμα που θίγεται στο βιβλίο είναι το μέγιστο πρόβλημα των προσφύγων,
του πολέμου και του ξεριζωμού, όπου τονίζεται ότι ο κάθε άνθρωπος είναι εικόνα
του Θεού και έχει σαφώς δικαίωμα στη ζωή. Εδώ η Σοφία πολύ όμορφα μας θέτει προ
των ευθυνών μας παραλληλίζοντας τους πρόσφυγες από τη Συρία με τους Έλληνες
μετανάστες που πήγαν λόγω της ανεργίας στη Γερμανία, υπονοώντας ότι όπως κι
εμείς οι Έλληνες αφήσαμε χωρίς τη θέλησή μας την πατρίδα μας και έχουμε ανάγκη
για συμπαράσταση στην ξενιτειά, έτσι και οι πρόσφυγες που βιαίως ξεριζώθηκαν κι
εκείνοι από τις πατρίδες τους έχουν ανάγκη τη στήριξή μας. Έτσι οι πρόσφυγες
σώζονται από τους φιλικούς διασώστες του λιμενικού και οι μετανάστες σώζονται
από τον ίδιο τον Ταξιάρχη Μιχαήλ. Οι Σύριοι πρόσφυγες έρχονται στην Ελλάδα λόγω
του πολέμου και οι Έλληνες μετανάστες πηγαίνουν στη Γερμανία λόγω οικονομικής
κρίσης. Και οι δύο αποζητούν την πατρίδα τους, και οι δύο ξεριζώθηκαν ακούσια
από το σπίτι τους, και οι δύο λυτρώνονται λόγω της αγάπης τους! Και οι
πρόσφυγες και οι μετανάστες είναι δεμένοι με τις οικογένειές τους και υπομένουν
καρτερικά τις δοκιμασίες τους. Χωρίς γκρίνια και μιζέρια, αλλά με δύναμη, χαρά
κι αισιοδοξία! Η ίδια η προσφυγοπούλα βοηθάει το μπουκάλι να βρει το δρόμο του,
σαν να μας λέει η συγγραφέας ότι η σωτηρία μας περνάει μέσα από τους αδύναμους
εξωτερικά αλλά πολύ δυνατούς στην αγάπη ανθρώπους. Περνάει μέσα από τις άδολες
παιδικές ψυχές. Εξάλλου μην ξεχνάμε ότι ο Ίδιος ο Χριστός μας ήταν πρόσφυγας
όταν βρέφος ακόμη αναγκάστηκε με την οικογένειά Του να καταφύγει στην Αίγυπτο
για να σωθεί από τη μανία του Ηρώδη. Λέει η προσφυγοπούλα στο μπουκάλι: «Να
φτάσω με την οικογένειά μου σ’ έναν τόπο όπου θα ζήσουμε ήσυχα και ειρηνικά,
γι’ αυτό θα σε βοηθήσω», έτσι ο Ευγένιος Μπουκαλάκης έγινε ο συνδετικός κρίκος
ανάμεσα στους πρόσφυγες και στους μετανάστες, καθώς τους ένωσε μεταξύ τους με
αλληλεγγύη και συμπόνοια.   
          Το θέμα
της φιλίας θίγεται ακροθιγώς μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Μιας παράξενης
φιλίας μεταξύ ενός μπουκαλιού και ενός δελφινιού. Το δελφίνι βοηθάει το
μπουκάλι και έτσι καταλαβαίνουμε ότι ακόμη και τα ζώα και τα ψάρια γίνονται
βοηθοί στο ουράνιο σχέδιο του Θεού και όλα στη δημιουργία συμβάλλουν τελικά στο
γίνει στο θέλημά Του και να δοξάζεται το όνομά Του!  
Έλεγε ο άγιος Σιλουανός ο
Αθωνίτης: «Οι πόρτες της αγάπης του Θεού είναι διάπλατα ανοιχτές σε κάθε
άνθρωπο, αρκεί να έχει αγνή πίστη και πόθο σωτηρίας». Τα παιδιά είναι σίγουρο
ότι έχουν αγνή πίστη. Πόσο άραγε μπορούμε να φτάσουμε αυτή την πίστη των
παιδιών που δεν αφήνει καμία υπόνοια για αρνητικούς λογισμούς και πώς εμείς οι
μεγαλύτεροι θα ξαναφτάσουμε σε αυτό το σημείο αγνότητας; «Η Βασιλεία του Θεού
ανήκει στα παιδιά ή σε αυτούς που είναι σαν τα παιδιά», έλεγε ο Χριστός κάτι το
οποίο τελικά πρέπει να είναι το μόνο μέλημά μας!
Το βιβλίο μας τελειώνει με κάτι
που επίσης πολλοί από εμάς ξεχνάμε: Το θέμα της ευχαριστίας! Το ότι δεν ζούμε
ευχαριστιακά και δοξολογικά, έχει ως συνέπεια όσα καλά κι αν έχουμε, μονίμως να
γκρινιάζουμε και να μιζεριάζουμε διότι δεν έχουμε περισσότερα. Με τις καρδιές
τους γεμάτες πίστη, αγάπη και δοξολογία η οικογένεια ταξιδεύει μέχρι τη Σύμη
για να καταθέσει την ευγνωμοσύνη της στον Ταξιάρχη. Ο Ευγένιος Μπουκαλάκης
ανταμώνει πάλι με την οικογένεια και το μικρό παιδάκι, ο Μιχαλάκης, με την
αθωότητά του λέει: «φαίνεται σαν να μας χαμογελά»!
Δεν μπορούμε βεβαίως να
μην εκθειάσουμε και την υπέροχη εικονογράφηση η οποία ανήκει στη ίδια τη συγγραφέα,
κάτι που σπάνια βλέπουμε σε παιδικά βιβλία, διότι συνήθως συγγραφέας και
εικονογράφος είναι διαφορετικά πρόσωπα. Και γνωρίζουμε πολύ καλά πόσο σημαντική
είναι η εικονογράφηση σε ένα παιδικό βιβλίο, το οποίο ποτέ δεν το διαβάζουμε
στα παιδιά μας ενώ αυτά κάθονται στον απέναντι καναπέ, αλλά πάντα τα έχουμε
δίπλα μας για να μπορούν να ταξιδεύουν κι αυτά μέσα από τις όμορφες εικόνες του
βιβλίου.
Ευχόμαστε από καρδιάς να είναι αίσιο
και ευλογημένο το ταξίδι του Ευγένιου Μπουκαλάκη στο χώρο των εκδόσεων.