«Οι μεγάλες μυθολογίες που οικοδομήθηκαν στη Δύση από τις αρχές του 19ου αιώνα δεν αποτελούν μόνο απόπειρες να πληρωθεί το κενό που άφησε η παρακμή της χριστιανικής θεολογίας και του χριστιανικού δόγματος. Είναι καθεαυτές ένα είδος θεολογίας της υποκατάστασης. Πρόκειται για σύστημα πίστης και επιχειρηματολογίας τα οποία ενδέχεται να διακρίνονται για τη σφοδρή αντιθρησκευτικότητά τους, να θέτουν ως αρχή έναν κόσμο δίχως Θεό και να αρνούνται τη μετά θάνατον ζωή, όμως η δομή τους, οι φιλοδοξίες τους, οι αξιώσεις τους από τους πιστούς, είναι βαθιά θρησκευτικές τόσο από πλευράς στρατηγικής όσο και αποτελέσματος.
Ο μαρξισμός έχει τους δικούς του μύθους, τη δική του εικονογραφία, και αναφέρομαι στις καθιερωμένες εικόνες του Λένιν, στην αφήγηση της ζωής του Λένιν μέσα από εκατομμύρια ιστορίες, μύθους, όπερες, κινηματογραφικές ταινίες – ακόμα και μέσα από μπαλέτο. Ο μαρξισμός διαθέτει το δικό του λεξιλόγιο. Ο μαρξισμός έχει τα εμβλήματά του, τις συμβολικές χειρονομίες του, ακριβώς όπως κάθε υπερβατική θρησκευτική πίστη. (…) Ομως ας μην εξαπατούμε τον εαυτό μας όσον αφορά την τραγική και διαβρωτική δύναμη αυτής της αποτυχίας – αν πρόκειται όντως για αποτυχία. Αυτό που διακυβεύτηκε δεν ήταν μια απλή, τεχνικής φύσεως κριτική ορισμένων οικονομικών θεσμών· οι γενιές των ανδρών και των γυναικών που πολέμησαν, πέθαναν και σκότωσαν δεν το έκαναν για τα θεωρητικά ζητήματα της επένδυσης, του καταμερισμού της εργασίας και των φάσεων του εμπορίου. Το όραμα, η υπόσχεση, η έκκληση για την απόλυτη αφοσίωση και την ανανέωση του ανθρώπου ήταν, με την πλήρη έννοια των όρων, μεσσιανικά, θρησκευτικά, θεολογικά. Ή, για να δανειστώ τον τίτλο ενός περίφημου βιβλίου, είναι «Ο Θεός που απέτυχε». Τζώρτζ Στάινερ, Νοσταλγία του απόλυτου, Αγρα 2007