Ἡ Διαμαντούλα. Ἡ Παπαδιαμαντική ἀεικίνητη μακαρία κυρούλα μέ τήν μεγάλη ἀγάπη στόν Χριστό καί τήν ἀστείρευτη ἐνέργεια. Μικρή τήν προξενέψανε μέ ἕνα πλούσιο, ἀλλά προτίμησε νά πάρει τόν διαλεχτό τῆς καρδιᾶς της, κι ἔτσι παντρεύτηκε μέσα στήν κατοχή μέ ξυλοπάπουτσα. Δέν ἔκανε παιδιά, ἀλλά ἔζησε μέ ἀγάπη μέ τόν κυρ – Νίκο της, χρόνια πολλά. Μαζί παντοῦ, στό χωράφι, στήν Ἐκκλησία, στήν βόλτα. Προίκισε τά παιδιά τοῦ χήρου ἀνηψιοῦ της – μέχρι τά γεράματά της ἐξακολουθοῦσε νά πλέκει μέ τό βελονάκι καί ὅ, τι χρήματα ἔβγαζε τά ἀποταμίευε γιά τά ὀρφανά. Ποτέ δέν γκρίνιαζε, ἀλλά συνεχῶς δοξολογοῦσε, ἔψελνε καί ἀπό στήθους ἀράδιαζε ἀποφθέγματα, παροιμίες, ποιήματα καί τραγούδια. Ἄμα τῆς ἔλεγες ὅτι εἶναι φτωχή, θύμωνε καί σοῦ ἀπαντοῦσε ὅτι φτωχή ἦταν μόνο στήν κατοχή κι ὅτι ὅλα τά καλά τοῦ Θεοῦ τά ἔχει. Κι ὅταν ἀρρώστησε στά 87 της, ἀρνήθηκε νά ὑποστεῖ τούς μάταιους ἐξευτελισμούς τῶν νοσοκομείων γιά νά κερδίσει μερικές μέρες ζωῆς. Προτίμησε νά πεθάνει στό σπίτι της κι εἶχε παρέα ὅλο τό χωριό, πού τήν συντρόφεψε στήν ἀναμονή τοῦ τέλους της. Ἔφυγε δοξολογώντας καί ἔδωσε σέ ὅλους ἕνα παράδειγμα ὁσιακῆς ἐξόδου ἀπό τήν ζωή.
Ἡ Παναγιώτα. Ἐδῶ στήν φωτογραφία στό τέλος τῆς ζωῆς της, μέ τά μάτια θαμπά στά ἐνενῆντα της χρόνια καί τό πρόσωπο σκαμμένο ἀπό τόν ἥλιο καί τόν ἀγέρα, μά μέ τό μυαλό ξυράφι. Ἡ πραγματικα λεβέντισσα ἀγρότισσα μιᾶς Ἑλλάδας πού χάθηκε. Παπαδοκόρη, ἕνα ἀπό τά δέκα παιδιά τοῦ δάσκαλου παπα-Ἀναστάση. Φτωχό τό χωριό, μεγάλη ἡ οἰκογένεια, καί ἡ Παναγιώτα ἀπό τότε πού τά ἀγόρια ἔφυγαν γιά σπουδές καί γιά στρατούς, σηκωνόταν ἀξημέρωτα νά φουρνίσει, νά περιποιηθεῖ τά ζῶα, νά φέρει νερό ἀπό τό ποτάμι μέ ἕνα βαρέλι στήν πλάτη. Παντρεύτηκε τόν κυρ – Κώστα, νοικοκύρη καλό που’χε τό μαγαζί γενικοῦ ἐμπορίου στό μικροσκοπικό χωριό. Τήν εἶχε ἀρχόντισσα καί κείνη ὅλο στά χωράφια ἔτρεχε νά αὐγατίσει τό βιός, νά’χουν τά παιδιά μέλλον. Καί τά’ κανε καί τά τέσσερα ἀνθρώπους καλούς, πού μέχρι τώρα σέ σκλαβώνουν μέ τό ὴθος καί τήν καλωσύνη τους.
Τρεῖς γυναῖκες, τρεῖς (ἐν περιλήψει) ἱστορίες ζωῆς. Τρεῖς γυναῖκες πού’ ἦταν ὅπως τίς περιγράψαμε, χωρίς ὡραιοποιήσεις κι ὑπερβολές. Γυναῖκες τῆς ταπεινῆς Ἑλλάδας μας, γυναῖκες μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς, γυναῖκες τοῦ Χριστοῦ, παράδειγμα γιά τίς νεώτερες, μά καί γιά ὅλους μας. Δήμητρας, Ἀδαμαντίας καί Παναγιώτας, αἰωνία ἡ μνήμη. Ἀμήν.
